85 αποτελέσματα για «株»

株式公開 かぶしきこうかい

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια προσφορά μετοχών
株価操作 かぶかそうさ

ουσιαστικό

  1. 01 χειραγώγηση τιμής μετοχής
株式仲買人 かぶしきなかがいにん

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματιστής
株安 かぶやす

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος χαμηλών τιμών μετοχών, πτώση τιμών μετοχών
株式取引 かぶしきとりひき

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματιστηριακές συναλλαγές, διαπραγμάτευση μετοχών
株式相場 かぶしきそうば

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματιστηριακή τιμή μετοχών
株高 かぶだか

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος υψηλών τιμών μετοχών, άνοδος των τιμών των μετοχών
株価上昇 かぶかじょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 άνοδος χρηματιστηριακής τιμής
株式取引所 かぶしきとりひきじょ

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματιστήριο
株式公開買い付け かぶしきこうかいかいつけ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια πρόταση εξαγοράς, προσφορά εξαγοράς, τομπ
株式発行 かぶしきはっこう

ουσιαστικό

  1. 01 έκδοση μετοχών
株価収益率 かぶかしゅうえきりつ

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης τιμής προς κέρδη, λόγος τιμής προς κέρδη, δείκτης p/e
株式会社化 かぶしきがいしゃか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποαμοιβαιοποίηση, μετατροπή σε ανώνυμη εταιρεία
株式譲渡 かぶしきじょうと

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβίβαση μετοχών
株主代表訴訟 かぶぬしだいひょうそしょう

ουσιαστικό

  1. 01 παράγωγη αγωγή μετόχων (νομική ενέργεια που ασκείται από μέτοχο για λογαριασμό εταιρείας κατά των διευθυντών της)
株主資本利益率 かぶぬししほんりえきりつ

ουσιαστικό

  1. 01 απόδοση ιδίων κεφαλαίων, δείκτης απόδοσης ιδίων κεφαλαίων
株主資本 かぶぬししほん

ουσιαστικό

  1. 01 ίδια κεφάλαια, μετοχικό κεφάλαιο
株間 かぶま

ουσιαστικό

  1. 01 απόσταση μεταξύ φυτών, διάστημα εντός της γραμμής καλλιέργειας, κενό μεταξύ των ριζών
株式配当 かぶしきはいとう

ουσιαστικό

  1. 01 μερισμα
株元 かぶもと

ουσιαστικό

  1. 01 βάση (φυτού ή δέντρου), μέρος κοντά στις ρίζες