34 αποτελέσματα για «案»

案じ顔 あんじがお

ουσιαστικό

  1. 01 ανήσυχο βλέμμα
案を立てる あんをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συντάσσω πρόταση
案内嬢 あんないじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ταξιθέτρια, υποδοχέας
案内パンフレット あんないパンフレット

ουσιαστικό

  1. 01 ενημερωτικό φυλλάδιο, οδηγός σε μορφή εντύπου
案内記 あんないき

ουσιαστικό

  1. 01 ταξιδιωτικός οδηγός, οδηγός
案文 あんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 προσχέδιο, προτεινόμενο σχέδιο
案分 あんぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναλογικός επιμερισμός, αναλογική κατανομή
案下 あんか

ουσιαστικό

  1. 01 ευγενική προσφώνηση που προστίθεται στο όνομα του παραλήπτη σε επιστολή
  2. 02 κάτω από το γραφείο
案内書呈 あんないしょてい

ουσιαστικό

  1. 01 παρουσίαση οδηγού
案内広告 あんないこうこく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή αγγελία, αγγελία
案内申 あんないもう

επιφώνημα

  1. 01 γεια σας!, υπάρχει κανείς;, μπορώ να περάσω;
案内望遠鏡 あんないぼうえんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεσκόπιο οδηγός
案内カウンター あんないカウンター

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο πληροφοριών
  1. 01 σχέδιο, πλάνο
  2. 02 πρόταση, εισήγηση
  3. 03 προσχέδιο, πρόχειρο
  4. 04 συλλογίζομαι, σκέφτομαι
  5. 05 φόβος, ανησυχία
  6. 06 πρόταση, εισήγηση
  7. 07 ιδέα, σκέψη
  8. 08 προσδοκία, αναμονή
  9. 09 ανησυχία, αγωνία
  10. 10 τραπέζι
  11. 11 πάγκος