27 αποτελέσματα για «桑»
桑葉末 くわばまつ
ουσιαστικό
- 01 σκόνη φύλλων μουριάς
桑鳲千鳥 いかるちどり
ουσιαστικό
- 01 ιτυδορί (Charadrius placidus)
桑田変じて滄海となる そうでんへんじてそうかいとなる
άλλο, ρήμα
- 01 ο κόσμος είναι μια σκηνή διαρκών αλλαγών, ένα χωράφι με μουριές μετατρέπεται σε απέραντη γαλάζια θάλασσα
桑実胚 そうじつはい
ουσιαστικό
- 01 μορίδιο
桑年 そうねん
ουσιαστικό
- 01 ηλικία σαράντα οκτώ ετών
桑茶 くわちゃ
ουσιαστικό
- 01 τσάι από φύλλα μουριάς
- 02 ωχρό κίτρινο (χρώμα), μουσταρδί καφέ, καμηλό
桑
- 01 μουριά