47 αποτελέσματα για «桜»
桜飯 さくらめし
ουσιαστικό
- 01 ρύζι βρασμένο με σάλτσα σόγιας και σάκε
桜皮 おうひ
ουσιαστικό
- 01 εσωτερικός φλοιός κερασιάς
桜海老 さくらえび
ουσιαστικό
- 01 γαρίδα σακούρα (Lucensosergia lucens)
桜鍋 さくらなべ
ουσιαστικό
- 01 σακουρανάμπε, φαγητό κατσαρόλας με κρέας αλόγου
桜桃忌 おうとうき
ουσιαστικό
- 01 επέτειος που εορτάζει τη γέννηση του συγγραφέα Οσάμου Ντάζαϊ, και συμπτωματικά, την ημέρα που βρέθηκε το σώμα του μετά την εμπλοκή του σε διπλή αυτοκτονία
桜湯 さくらゆ
ουσιαστικό
- 01 ρόφημα από βραστό νερό που σερβίρεται πάνω από συντηρημένα αλατισμένα άνθη κερασιάς (σακουραγιού)
桜肉 さくらにく
ουσιαστικό
- 01 κρέας αλόγου
桜人 さくらびと
ουσιαστικό
- 01 λάτρης της κερασιάς, θαυμαστής της ανθοφορίας της κερασιάς
桜花爛漫 おうからんまん
ουσιαστικό
- 01 πλήρης ανθοφορία των κερασιών
桜美林大学 おうびりんだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Ομπιρίν
桜狩り さくらがり
ουσιαστικό
- 01 αναζήτηση ή ενατένιση των ανθισμένων κερασιών
桜漬け さくらづけ
ουσιαστικό
- 01 παστά άνθη κερασιάς
桜鱒 さくらます
ουσιαστικό
- 01 σακουραμάσου, σολομός του Ειρηνικού (Oncorhynchus masou)
桜皮細工 かばざいく
ουσιαστικό
- 01 εργασία με φλοιό κερασιάς, τέχνη από φλοιό κερασιάς
桜襲 さくらがさね
ουσιαστικό
- 01 συνδυασμός στρωμάτων χρωμάτων, ειδικά για κιμονό (συνήθως λευκό και ανοιχτό ινδικό)
桜まじ さくらまじ
ουσιαστικό
- 01 νοτιάς που φυσάει όταν ανθίζουν οι κερασιές
桜味噌 さくらみそ
ουσιαστικό
- 01 μισό αναμεμειγμένο με ψιλοκομμένη μεγάλη κολλιτσίδα, πιπερόριζα, κ.λπ. και γλυκαμένο με ζάχαρη
桜切る馬鹿、梅切らぬ馬鹿 さくらきるばか、うめきらぬばか
άλλο
- 01 ανόητος είναι αυτός που κλαδεύει τις κερασιές και ανόητος αυτός που δεν κλαδεύει τις δαμασκηνιές
桜レビュー サクラレビュー
ουσιαστικό
- 01 ψεύτικη κριτική, πληρωμένη κριτική
桜煮 さくらに
ουσιαστικό
- 01 πιάτο με βραστό χταπόδι