48 αποτελέσματα για «梅»
梅に鶯 うめにうぐいす
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ιδανικό ζευγάρι, τέλειος συνδυασμός, εξαιρετικό ταίριασμα, αηδόνι σε δαμασκηνιά (κοινό μοτίβο στην ποίηση και την κλασική ιαπωνική ζωγραφική)
梅漬け うめづけ
ουσιαστικό
- 01 ουμεζούκε, τουρσί από φρέσκο ιαπωνικό δαμάσκηνο
梅雨期 ばいうき
ουσιαστικό
- 01 περίοδος των βροχών, εποχή των μουσώνων
梅雨寒 つゆざむ
ουσιαστικό
- 01 ασυνήθιστα δροσερός καιρός κατά τη διάρκεια της περιόδου των βροχών
梅雨晴れ つゆばれ
ουσιαστικό
- 01 ηλιόλουστη περίοδος κατά τη διάρκεια της εποχής των βροχών
梅色 うめいろ
ουσιαστικό
- 01 είδος ψαριού (Paracaesio xanthura), κιτρινόρραχη μαρίδα
梅水晶 うめすいしょう
ουσιαστικό
- 01 λωρίδες χόνδρου καρχαρία σερβιρισμένες με αποξηραμένο δαμάσκηνο
梅鉢草 うめばちそう
ουσιαστικό
- 01 παρνασσία η ελώδης (Parnassia palustris)
梅擬 うめもどき
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό ίλεξ (Ilex serrata)
梅鼠 うめねず
ουσιαστικό
- 01 γκριζωπό ροζ, τριανταφυλλί γκρι
梅桃 ゆすらうめ
ουσιαστικό
- 01 γιουσουράουμε, κερασιά η τριχωτή
梅雨の走り つゆのはしり
άλλο, ουσιαστικό
- 01 βροχερές ημέρες λίγο πριν από την έναρξη της εποχής των βροχών
梅霖 ばいりん
ουσιαστικό
- 01 βροχερή περίοδος
梅花空木 ばいかうつぎ
ουσιαστικό
- 01 φιλάδελφος του Σατσούμα (είδος θάμνου)
梅見月 うめみづき
ουσιαστικό
- 01 δεύτερος σεληνιακός μήνας
梅花祭 ばいかさい
ουσιαστικό
- 01 φεστιβάλ ανθών δαμασκηνιάς (διεξάγεται στο ιερό Κιτάνο στις 25 Φεβρουαρίου)
梅毒腫 ばいどくしゅ
ουσιαστικό
- 01 συφιλιδικό φύμα, σύφιλωμα
桜切る馬鹿、梅切らぬ馬鹿 さくらきるばか、うめきらぬばか
άλλο
- 01 ανόητος είναι αυτός που κλαδεύει τις κερασιές και ανόητος αυτός που δεν κλαδεύει τις δαμασκηνιές
梅は食うとも核食うな、中に天神寝てござる うめはくうともさねくうな、なかにてんじんねてござる
άλλο, ρήμα
- 01 μην τρως το κουκούτσι από το δαμάσκηνο (επειδή είναι δηλητηριώδες), αν φας ένα δαμάσκηνο, μην τρως τον πυρήνα, μέσα του κοιμούνται επουράνιοι θεοί
梅春物 うめはるもの
ουσιαστικό
- 01 ρούχα που φοριούνται μεταξύ χειμώνα και άνοιξης