24 αποτελέσματα για «棚»

棚卸表 たなおろしひょう

ουσιαστικό

  1. 01 απογραφή, κατάσταση αποθεμάτων
棚板 たないた

ουσιαστικό

  1. 01 ράφι, επιφάνεια ραφιού
  2. 02 σανίδα του καταστρώματος ιαπωνικού πλοίου
棚受け たなうけ

ουσιαστικό

  1. 01 στήριγμα ραφιού, βάση ραφιού
  1. 01 ράφι
  2. 02 προεξοχή, περβάζι
  3. 03 ράφι, σχάρα
  4. 04 βάση, στήριγμα
  5. 05 ράφι τζακιού
  6. 06 πέργκολα, πλέγμα