46 αποτελέσματα για «森»
森梟 モリフクロウ
ουσιαστικό
- 01 μορυφουκουρό (είδος κουκουβάγιας Strix aluco), καφέ κουκουβάγια
森猪 もりいのしし
ουσιαστικό
- 01 γιγάντιος δασόχοιρος (Hylochoerus meinertzhageni)
森林率 しんりんりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό δασοκάλυψης, αναλογία δασώδους έκτασης
森青蛙 もりあおがえる
ουσιαστικό
- 01 μοριαογκάερου, είδος δενδρόβιου βατράχου της Ιαπωνίας (Ρακοφόρος ο δενδρόβιος)
森林学 しんりんがく
ουσιαστικό
- 01 δασολογία
森林法 しんりんほう
ουσιαστικό
- 01 δασικός νόμος
森林再生 しんりんさいせい
ουσιαστικό
- 01 δασοαναδάσωση
森雲雀 もりひばり
ουσιαστικό
- 01 δενδροκόρυδος (Lullula arborea)
森林生態学 しんりんせいたいがく
ουσιαστικό
- 01 δασική οικολογία
森薊 もりあざみ
ουσιαστικό
- 01 cirsium dipsacolepis (πολυετές φυτό της οικογένειας των αστεροειδών)
森茶翅蜚蠊 もりちゃばねごきぶり
ουσιαστικό
- 01 Μοριτσαμπάνε-γκοκιμπούρι (είδος κατσαρίδας)
森立 しんりつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πυκνοφυτεμένος, πυκνά τοποθετημένος
森林更新 しんりんこうしん
ουσιαστικό
- 01 υλοτομία και αναδάσωση δασών (συχνά με εμπορικά αξιοποιήσιμα είδη)
森林伐採 しんりんばっさい
ουσιαστικό
- 01 αποψίλωση δασών
森のバター もりのバター
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αβοκάντο, βούτυρο του δάσους
森林恐怖症 しんりんきょうふしょう
ουσιαστικό
- 01 υλοφοβία, φόβος για τα δάση ή τις δασώδεις περιοχές
森下仁丹 もりしたじんたん
ουσιαστικό
- 01 Μορισίτα Τζιντάν, ιαπωνική εταιρεία παραγωγής φαρμάκων και συμπληρωμάτων διατροφής
森本組 もりもとぐみ
ουσιαστικό
- 01 Μοριμότο Γκούμι, εταιρεία Μοριμότο
森林開発公団 しんりんかいはつこうだん
ουσιαστικό
- 01 Δημόσιος Οργανισμός Ανάπτυξης Δασών
森林技術総合研修所 しんりんぎじゅつそうごうけんしゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 συνολικό εκπαιδευτικό ίδρυμα δασολογικής τεχνολογίας