93 αποτελέσματα για «業»
業病 ごうびょう
ουσιαστικό
- 01 ανίατη ασθένεια (λόγω κακών πράξεων σε προηγούμενη ζωή), χρόνια πάθηση
業務妨害 ぎょうむぼうがい
ουσιαστικό
- 01 παρακώλυση εργασιών, παρεμπόδιση επιχειρηματικής δραστηριότητας, παρεμπόδιση της εκτέλεσης καθηκόντων κάποιου
業界用語 ぎょうかいようご
ουσιαστικό
- 01 ορολογία κλάδου, επαγγελματική αργκό, λέξη της μόδας
業態 ぎょうたい
ουσιαστικό
- 01 συνθήκες λειτουργίας επιχείρησης
- 02 επιχειρηματική κατηγορία, κλάδος δραστηριότητας
業界団体 ぎょうかいだんたい
ουσιαστικό
- 01 κλαδική οργάνωση
業績不振 ぎょうせきふしん
ουσιαστικό
- 01 κακή επιχειρηματική απόδοση, οικονομική κάμψη
業突く張り ごうつくばり
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ξεροκεφαλιά, πεισματάρης
- 02 τσιγκούνης, φιλάργυρος
業務委託 ぎょうむいたく
ουσιαστικό
- 01 ανάθεση έργου σε εξωτερικό συνεργάτη, υπεργολαβία
業務上横領 ぎょうむじょうおうりょう
ουσιαστικό
- 01 υπεξαίρεση λόγω υπηρεσίας
業務日誌 ぎょうむにっし
ουσιαστικό
- 01 ημερολόγιο εργασιών, φύλλο εργασίας, αρχείο δραστηριοτήτων, βιβλίο συμβάντων
業務上過失致死 ぎょうむじょうかしつちし
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματική αμέλεια που οδηγεί σε θάνατο
業績悪化 ぎょうせきあっか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πτώση, κάμψη, επιδείνωση των επιχειρηματικών αποτελεσμάτων
業苦 ごうく
ουσιαστικό
- 01 καρμικό βάσανο
業務用スーパー ぎょうむようスーパー
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα χονδρικής πώλησης τροφίμων
業務執行 ぎょうむしっこう
ουσιαστικό
- 01 διαχείριση εταιρικών υποθέσεων, εκτέλεση εργασιών, διοίκηση επιχειρηματικών θεμάτων
業師 わざし
ουσιαστικό
- 01 παλαιστής τεχνασμάτων, επιτήδειος τύπος
業務改善命令 ぎょうむかいぜんめいれい
ουσιαστικό
- 01 εντολή βελτίωσης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων
業種別 ぎょうしゅべつ
ουσιαστικό
- 01 ταξινομημένος ανά κλάδο δραστηριότητας
業界初 ぎょうかいはつ
άλλο
- 01 το πρώτο στον κλάδο
業務部 ぎょうむぶ
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 τμήμα γενικών υποθέσεων (π.χ. σε μια εταιρεία), τμήμα λειτουργιών