122 αποτελέσματα για «構»
構想力 こうそうりょく
ουσιαστικό
- 01 ικανότητα σύλληψης ιδεών, συλληπτική ικανότητα
構造化 こうぞうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δομή, δομική οργάνωση
構造式 こうぞうしき
ουσιαστικό
- 01 συντακτικός τύπος
構外 こうがい
ουσιαστικό
- 01 εκτός εγκαταστάσεων, έξω από τον χώρο
構成成分 こうせいせいぶん
ουσιαστικό
- 01 δομικό συστατικό
構成要件 こうせいようけん
ουσιαστικό
- 01 δομικά στοιχεία (ενός αδικήματος), αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, πράξη και υπαιτιότητα (actus reus)
構造変化 こうぞうへんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δομική αλλαγή
構内放送 こうないほうそう
ουσιαστικό
- 01 ανακοίνωση από τα μεγάφωνα (π.χ. σε σιδηροδρομικό σταθμό)
構内図 こうないず
ουσιαστικό
- 01 χάρτης κτιριακών εγκαταστάσεων (ενός κτιρίου, σταθμού κ.λπ.)
構成情報 こうせいじょうほう
ουσιαστικό
- 01 πληροφορίες διαμόρφωσης
構文解析 こうぶんかいせき
ουσιαστικό
- 01 συντακτική ανάλυση, συντακτική επεξεργασία
構成比 こうせいひ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό συμμετοχής (στατιστική), ποσοστό σύνθεσης, αναλογία
構造主義 こうぞうしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 στρουκτουραλισμός, δομισμός
構成体 こうせいたい
ουσιαστικό
- 01 συστατικό στοιχείο
構成子 こうせいし
ουσιαστικό
- 01 συστατικό στοιχείο, δομικό μέρος
構造色 こうぞうしょく
ουσιαστικό
- 01 δομικό χρώμα
構成主義 こうせいしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 κονστρουκτιβισμός
構成部品 こうせいぶひん
ουσιαστικό
- 01 συστατικό στοιχείο, εξάρτημα, δομικό μέρος
構造計算 こうぞうけいさん
ουσιαστικό
- 01 στατικός υπολογισμός, στατική ανάλυση, αντισεισμική μελέτη, υπολογισμός κατασκευής
構成分子 こうせいぶんし
ουσιαστικό
- 01 συστατικά στοιχεία, μέρη