59 αποτελέσματα για «模»
模範囚 もはんしゅう
ουσιαστικό
- 01 υποδειγματικός κρατούμενος, έμπιστος κρατούμενος
模範生 もはんせい
ουσιαστικό
- 01 υποδειγματικός μαθητής
模擬刀 もぎとう
ουσιαστικό
- 01 σπαθί εξάσκησης, ψεύτικο σπαθί
模倣者 もほうしゃ
ουσιαστικό
- 01 μιμητής
模倣品 もほうひん
ουσιαστικό
- 01 μαϊμού προϊόντα, απομίμηση, αντίγραφο
模擬裁判 もぎさいばん
ουσιαστικό
- 01 εικονική δίκη, προσομοίωση δίκης
模式図 もしきず
ουσιαστικό
- 01 σχηματικό διάγραμμα
模範演技 もはんえんぎ
ουσιαστικό
- 01 επιδεικτική παρουσίαση, πρότυπη εκτέλεση, επίδειξη
模擬テスト もぎテスト
ουσιαστικό
- 01 δοκιμαστικό τεστ, προσομοιωτική εξέταση
模型飛行機 もけいひこうき
ουσιαστικό
- 01 μοντέλο αεροπλάνου, αερομοντέλο
模範試合 もはんじあい
ουσιαστικό
- 01 αγώνας επίδειξης
模写説 もしゃせつ
ουσιαστικό
- 01 θεωρία της αντιγραφής
模作 もさく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απομίμηση (έργου)
模合 もあい
ουσιαστικό
- 01 μοάι, κοινωνική ομάδα υποστήριξης οκιναβέζικου τύπου
模す もす
ρήμα
- 01 μιμούμαι, αντιγράφω, κοροϊδεύω, αντικαθιστώ, βασίζω σε πρότυπο
- 02 ιχνογραφώ, παραποιώ
模擬実験 もぎじっけん
ουσιαστικό
- 01 προσομοίωση
模擬国連 もぎこくれん
ουσιαστικό
- 01 προσομοίωση Ηνωμένων Εθνών
模本 もほん
ουσιαστικό
- 01 αντίγραφο πρωτότυπου χειρογράφου, εικόνας, καλλιγραφίας κ.λπ.
模造真珠 もぞうしんじゅ
ουσιαστικό
- 01 τεχνητό μαργαριτάρι, ψεύτικο μαργαριτάρι
模型化 もけいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μοντελοποίηση