103 αποτελέσματα για «次»
次兄 じけい
ουσιαστικό
- 01 δευτερότοκος αδελφός
次官 じかん
ουσιαστικό
- 01 υφυπουργός, γενικός γραμματέας υπουργείου
次官 すけ
ουσιαστικό
- 01 βοηθός διευθυντής (η δεύτερη υψηλότερη από τις τέσσερις διοικητικές θέσεις του συστήματος ριτσουριό)
次長 じちょう
ουσιαστικό
- 01 υποδιευθυντής, αναπληρωτής διευθυντής, βοηθός διευθυντή
次男坊 じなんぼう
ουσιαστικό
- 01 δευτερότοκος γιος
次善 じぜん
ουσιαστικό
- 01 δεύτερος καλύτερος
次点 じてん
ουσιαστικό
- 01 επιλαχών
次第次第に しだいしだいに
επίρρημα
- 01 σταδιακά, σιγά σιγά, βαθμηδόν
次回予告 じかいよこく
ουσιαστικό
- 01 προεπισκόπηση του επόμενου επεισοδίου (σε τηλεοπτικές εκπομπές, podcast κ.λπ.)
次の回 つぎのかい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 επόμενο inning, επόμενη φορά
次巻 じかん
ουσιαστικό
- 01 επόμενος τόμος (βιβλίου, κόμικ, κ.λπ.)
次週 じしゅう
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 επόμενη εβδομάδα
次号 じごう
ουσιαστικό
- 01 επόμενο τεύχος
次会 じかい
ουσιαστικό
- 01 επόμενη συνάντηση
次から次と つぎからつぎと
άλλο
- 01 διαδοχικά, το ένα μετά το άλλο
次鋒 じほう
ουσιαστικό
- 01 δεύτερος αθλητής που αγωνίζεται σε ομαδικό διαγωνισμό πέντε εναντίον πέντε (κέντο, τζούντο, κ.λπ.)
次善策 じぜんさく
ουσιαστικό
- 01 εναλλακτικό σχέδιο, δεύτερη βέλτιστη λύση, προσωρινή λύση
次の号 つぎのごう
ουσιαστικό
- 01 επόμενος αριθμός (περιοδικού, κ.λπ.), επόμενο τεύχος
次子 じし
ουσιαστικό
- 01 επόμενο παιδί, δεύτερο παιδί
次章 じしょう
ουσιαστικό
- 01 επόμενο κεφάλαιο