67 αποτελέσματα για «止»

止めどない とめどない

επίθετο

  1. 01 ατέρμονος, αδιάκοπος
止む無く やむなく

επίρρημα

  1. 01 εξ ανάγκης, χωρίς άλλη επιλογή, υποχρεωτικά, αναπόφευκτα, απρόθυμα, με το ζόρι
止血剤 しけつざい

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοστατικό μέσο, στυπτικό
止むに止まれぬ やむにやまれぬ

άλλο

  1. 01 αναπόφευκτος, επιτακτικός, ακατανίκητος, χωρίς δυνατότητα επιλογής
止血帯 しけつたい

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοστατικός επίδεσμος
止宿 ししゅく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμονή, φιλοξενία
止観 しかん

ουσιαστικό

  1. 01 γαλήνια παραμονή και καθαρή παρατήρηση (διαλογισμός Τεντάι)
  2. 02 Τεντάι
止め立て とめだて

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκράτηση κάποιου, περιορισμός
止むに止まれず やむにやまれず

άλλο

  1. 01 χωρίς να μπορεί κάποιος να συγκρατηθεί, παρά τη θέλησή του, επιτακτικός, πιεστικός, ακατανίκητος
止血法 しけつほう

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοστατική μέθοδος, στυπτική θεραπεία, σταμάτημα αιμορραγίας
止まり どまり

ουσιαστικό

  1. 01 στάση σε, παραμονή μέχρι
止し さし

ουσιαστικό

  1. 01 διακομμένος στη μέση, ημιτελής (π.χ. μισοδιαβασμένος)
止し よし

ουσιαστικό

  1. 01 παύση, διακοπή, εγκατάλειψη
止むに止まれない やむにやまれない

άλλο

  1. 01 αναπόφευκτος, επιτακτικός, ακατανίκητος, που δεν μπορεί να αποφευχθεί
止血鉗子 しけつかんし

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοστατική λαβίδα, αρτηριακή λαβίδα
止まる やまる

ρήμα

  1. 01 παύω, σταματώ, τελειώνω
止みがたい やみがたい

επίθετο

  1. 01 ακατανίκητος, ακαταμάχητος
止水栓 しすいせん

ουσιαστικό

  1. 01 διακόπτης παροχής, βαλβίδα διακοπής, βάνα διακοπής
止め絵 とめえ

ουσιαστικό

  1. 01 στατική εικόνα (σε κινούμενα σχέδια)
止まれ とまれ

άλλο

  1. 01 σταμάτα