145 αποτελέσματα για «歯»

歯牙 しが

ουσιαστικό

  1. 01 δόντια
  2. 02 δόντια και χαυλιόδοντες
歯形 はがた

ουσιαστικό

  1. 01 αποτύπωμα οδοντοστοιχίας, οδοντικό καλούπι
  2. 02 σημάδι από δόντια, αποτύπωμα δοντιών
歯の浮くような はのうくような

άλλο

  1. 01 προκαλώ ανατριχίλα ή δυσφορία
歯磨き粉 はみがきこ

ουσιαστικό

  1. 01 οδοντικό καθαριστικό σε σκόνη, οδοντόκρεμα
歯牙にもかけない しがにもかけない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν δίνω καμία σημασία, αγνοώ πλήρως
歯列 しれつ

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά δοντιών
歯に衣着せぬ はにきぬきせぬ

άλλο

  1. 01 ειλικρινής, απόλυτος, ευθύς, κατηγορηματικός
歯並び はならび

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά δοντιών, οδοντοστοιχία, οδοντοφυΐα
歯車が狂う はぐるまがくるう

άλλο, ρήμα

  1. 01 στραβώνει, πηγαίνει λάθος, βγαίνει εκτός τροχιάς, χάνει τον ρυθμό του
歯止めをかける はどめをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 περιορίζω, σταματώ, φρενάρω, βάζω τέλος
歯が浮く はがうく

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ ανατριχίλα, προκαλώ εκνευρισμό
  2. 02 χαλαρώνουν τα δόντια
歯科医 しかい

ουσιαστικό

  1. 01 οδοντίατρος
歯科 しか N1

ουσιαστικό

  1. 01 οδοντιατρική
歯抜け はぬけ

ουσιαστικό

  1. 01 νωδός, έλλειψη δοντιών
歯が抜ける はがぬける

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω δόντι, χάνω τα δόντια μου
歯痛 しつう

ουσιαστικό

  1. 01 πονόδοντος
歯科医院 しかいいん

ουσιαστικό

  1. 01 οδοντιατρείο
歯触り はざわり

ουσιαστικό

  1. 01 υφή τροφής (π.χ. μαστιχωτή υφή, σκληρότητα, τραγανότητα, κριτσανιστή υφή κ.λπ.)
歯を抜く はをぬく

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγάζω δόντια, εξάγω δόντι
歯切れの良い はぎれのよい

άλλο, επίθετο

  1. 01 κοφτός, αποσπασματικός, πικάντικος, καθαρός