33 αποτελέσματα για «歳»
歳寒三友 さいかんさんゆう
ουσιαστικό
- 01 οι τρεις φίλοι του χειμώνα (πεύκο, μπαμπού και δαμασκηνιά)
歳刑 さいきょう
ουσιαστικό
- 01 σαίκιο, μία από τις οκτώ θεότητες του παραδοσιακού ημερολογίου
歳星 さいせい
ουσιαστικό
- 01 Δίας
歳末大売出し さいまつおおうりだし
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη εορταστική εκποίηση τέλους έτους
歳代 さいだい
επίθημα
- 01 δεκαετία ηλικίας, δεκαετία (π.χ. τα εξήντα)
歳月流るる如し さいげつながるるごとし
άλλο
- 01 ο χρόνος κυλάει σαν το βέλος
歳末商戦 さいまつしょうせん
ουσιαστικό
- 01 μάχη για τις πωλήσεις στο τέλος του έτους, εορταστική αγοραστική περίοδος τέλους έτους
歳月人を待たず さいげつひとをまたず
άλλο
- 01 ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν, ο χρόνος κυλά ανεπιστρεπτί
歳計 さいけい
ουσιαστικό
- 01 ετήσιος λογαριασμός
歳入歳出 さいにゅうさいしゅつ
ουσιαστικό
- 01 ετήσια έσοδα και έξοδα
歳役 さいえき
ουσιαστικό
- 01 σύστημα εργασίας στο οποίο οι ικανοί σωματικά άνδρες ήταν υποχρεωμένοι να εργάζονται για ορισμένες περιόδους στην πρωτεύουσα (σύστημα ριτσουριό)
歳事 さいじ
ουσιαστικό
- 01 γεγονότα του έτους, ετήσια δρώμενα
歳
- 01 τέλος του έτους
- 02 ηλικία
- 03 περίσταση
- 04 ευκαιρία