127 αποτελέσματα για «残»
残響 ざんきょう
ουσιαστικό
- 01 αντήχηση, ηχώ
残量 ざんりょう
ουσιαστικό
- 01 υπόλοιπη ποσότητα, εναπομείνασα ποσότητα
残り物 のこりもの
ουσιαστικό
- 01 περισσεύματα (κυρίως φαγητού), κατάλοιπα
残飯 ざんぱん
ουσιαστικό
- 01 περισσεύματα φαγητού, αποφάγια
残暑 ざんしょ
ουσιαστικό
- 01 απομεινάρι καλοκαιρινής ζέστης, καύσωνας του όψιμου καλοκαιριού
残りわずか のこりわずか
άλλο, επίθετο
- 01 ελάχιστα απομείναντα, μικρή ποσότητα που απομένει
残高 ざんだか N1
ουσιαστικό
- 01 υπόλοιπο λογαριασμού (τραπεζικό), υπόλοιπο
残弾 ざんだん
ουσιαστικό
- 01 υπολειπόμενα πυρομαχικά, εναπομείνασες σφαίρες
残光 ざんこう
ουσιαστικό
- 01 υστερόλαμψη
残り火 のこりび
ουσιαστικό
- 01 αποκαΐδια, σπίθες που σιγοκαίε
残照 ざんしょう
ουσιαστικό
- 01 λυκόφως, δειλινό
残金 ざんきん N1
ουσιαστικό
- 01 υπόλοιπο χρημάτων
残業代 ざんぎょうだい
ουσιαστικό
- 01 αποζημίωση υπερωριακής απασχόλησης, αμοιβή υπερωριών, πληρωμή υπερωριών
残心 ざんしん
ουσιαστικό
- 01 συνεχής επαγρύπνηση, αδιάκοπη ετοιμότητα, διατήρηση της επιφυλακής, ετοιμότητα για αντεπίθεση
- 02 ολοκλήρωση της κίνησης (για παράδειγμα στην τοξοβολία)
- 03 διαρκές συναίσθημα, προσκόλληση, λύπη, μεταμέλεια, δισταγμός
残りカス のこりカス
ουσιαστικό
- 01 κατάλοιπο, υπολείμματα, κατακάθι
残影 ざんえい
ουσιαστικό
- 01 ίχνη, κατάλοιπα
残務 ざんむ
ουσιαστικό
- 01 εκκρεμείς εργασίες
残念賞 ざんねんしょう
ουσιαστικό
- 01 τιμητικό βραβείο παρηγοριάς
残敵 ざんてき
ουσιαστικό
- 01 υπολείμματα εχθρικού στρατού
残虐非道 ざんぎゃくひどう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 απανθρωπιά, βαρβαρότητα