71 αποτελέσματα για «殺»
殺生 せっしょう
ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο
- 01 θανάτωση, αφαίρεση της ζωής
- 02 σκληρός, απάνθρωπος, ανάλγητος, βίαιος
殺人者 さつじんしゃ
ουσιαστικό
- 01 φονιάς, δολοφόνος
殺人未遂 さつじんみすい
ουσιαστικό
- 01 απόπειρα φόνου
殺傷力 さっしょうりょく
ουσιαστικό
- 01 φονικότητα, αποτελεσματικότητα θανάτωσης
殺害事件 さつがいじけん
ουσιαστικό
- 01 υπόθεση ανθρωποκτονίας
殺人現場 さつじんげんば
ουσιαστικό
- 01 σκηνή εγκλήματος
殺人的 さつじんてき
επίθετο
- 01 φρικτός, θανατηφόρος, εξοντωτικός, δολοφονικός
殺人罪 さつじんざい
ουσιαστικό
- 01 ανθρωποκτονία
殺虫剤 さっちゅうざい
ουσιαστικό
- 01 εντομοκτόνο, παρασιτοκτόνο
殺し文句 ころしもんく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 καθοριστική ατάκα, ατάκα για φλερτ, γλυκόλογο, πειστική φράση (φράση που μεταπείθει κάποιον, κυρίως σε προσωπικές σχέσεις)
殺菌 さっきん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποστείρωση, απολύμανση, παστερίωση
殺法 さっぽう
ουσιαστικό
- 01 τρόπος δολοφονίας, μέθοδος φόνου, τρόπος χρήσης σπαθιού
殺処分 さつしょぶん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θανάτωση, ευθανασία, σφαγή, εξόντωση
殺陣 たて
ουσιαστικό
- 01 ξιφομαχία (σε ταινία, θεατρικό έργο κ.λπ.), σκηνική πάλη, σκηνή μάχης
殺しても死なない ころしてもしなない
άλλο
- 01 δεν πεθαίνει με τίποτα, όση προσπάθεια και να καταβάλεις
殺人狂 さつじんきょう
ουσιαστικό
- 01 ανθρωποκτόνος μανιακός
殺人兵器 さつじんへいき
ουσιαστικό
- 01 φονικό όπλο, θανατηφόρος μηχανισμός
殺虫 さっちゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εντομοκτόνος, εξόντωση εντόμων ή παρασίτων
殺人光線 さつじんこうせん
ουσιαστικό
- 01 ακτίνα θανάτου
殺菌消毒 さっきんしょうどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποστείρωση