34 αποτελέσματα για «殿»

殿様蛙 とのさまがえる

ουσιαστικό

  1. 01 βάτραχος ο μελανόστικτος (Rana nigromaculata)
殿上の間 てんじょうのま

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα του παλατιού
殿筋 でんきん

ουσιαστικό

  1. 01 γλουτιαίος μυς
殿様育ち とのさまそだち

ουσιαστικό

  1. 01 αναθρεμμένος μέσα στη χλιδή και τις ανέσεις
殿宇 でんう

ουσιαστικό

  1. 01 κτίριο ιερού ναού
殿様風 とのさまふう

ουσιαστικό

  1. 01 αριστοκρατικό ύφος, αρχοντικός αέρας
殿様バッタ トノサマバッタ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταναστευτική ακρίδα (Locusta migratoria)
殿様仕事 とのさましごと

ουσιαστικό

  1. 01 ερασιτεχνική εργασία (στην τέχνη), εργασία που γίνεται με ανέμελη διάθεση χωρίς να υπολογίζεται ο χρόνος ή τα έξοδα
殿様商法 とのさましょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 ερασιτεχνικός τρόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας, αλαζονική ή αυταρχική εμπορική πρακτική που αδιαφορεί για τις ανάγκες των πελατών
殿内 とぅんち

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία κυβερνητικού αξιωματούχου στο Βασίλειο των Ρίου Κίου
殿移り とのうつり

ουσιαστικό

  1. 01 μετακόμιση (ευγενούς ή υψηλόβαθμου προσώπου σε νέα κατοικία)
殿 でん

επίθημα

  1. 01 αίθουσα
殿部隊 しんがりぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 οπισθοφυλακή, τμήμα οπισθοφυλακής
殿
  1. 01 κύριος
  2. 02 αίθουσα, μέγαρο
  3. 03 έπαυλη, μέγαρο
  4. 04 παλάτι
  5. 05 ναός
  6. 06 άρχοντας, κύριος, αφέντης