81 αποτελέσματα για «毒»

毒入り どくいり

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριασμένος
毒草 どくそう

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριώδες φυτό
毒消し どくけし

ουσιαστικό

  1. 01 αντίδοτο
毒虫 どくむし

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριώδες έντομο
毒矢 どくや

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριώδες βέλος (ή βελάκι)
毒キノコ どくキノコ

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριώδες μανιτάρι
毒のある どくのある

άλλο

  1. 01 δηλητηριώδης, τοξικός, βλαβερός
  2. 02 κακόβουλος, χαιρέκακος, πληγωτικός
毒婦 どくふ

ουσιαστικό

  1. 01 μοιραία γυναίκα, σαγηνεύτρια, γυναίκα-αράχνη, κακόβουλη γυναίκα, διαβολική γυναίκα
毒牙にかかる どくがにかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πέφτω θύμα, μπλέκω στα δίχτυα
毒にも薬にもならない どくにもくすりにもならない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αβλαβής αλλά ανούσιος, ούτε κακός ούτε καλός
毒を食らわば皿まで どくをくらわばさらまで

άλλο

  1. 01 αφού διέπραξες ένα έγκλημα, συνέχισε μέχρι το τέλος, αν μπήκες στον χορό πρέπει να χορέψεις, αν έφαγες το δηλητήριο φάε και το πιάτο
毒見役 どくみやく

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμαστής φαγητού (για ανίχνευση δηλητηρίου)
毒手 どくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 βρώμικο ή δόλιο τέχνασμα
毒杯 どくはい

ουσιαστικό

  1. 01 κύπελλο με δηλητηριασμένο οινόπνευμα
毒電波 どくでんぱ

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιοκύματα, όπως εκπέμπονται και λαμβάνονται από το μυαλό των ανθρώπων
毒酒 どくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριασμένο σάκε, δηλητηριασμένο οινόπνευμα
毒害 どくがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δηλητηρίαση
毒舌家 どくぜつか

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που διαθέτει καυστική γλώσσα, οξύγλωσσο άτομο
毒蛾 どくが

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριώδης σκώρος
毒親 どくおや

ουσιαστικό

  1. 01 τοξικός γονέας, γονέας που παρεμβαίνει υπερβολικά στη ζωή των παιδιών του