37 αποτελέσματα για «没»
没取 ぼっしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάσχεση (περιουσιακών στοιχείων), δήμευση
没書 ぼっしょ
ουσιαστικό
- 01 απορριφθέν χειρόγραφο
没趣味 ぼつしゅみ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 αγουστιά, έλλειψη γούστου, χυδαιότητα
没我的 ぼつがてき
επίθετο
- 01 αυτοαπαλειφόμενος, ανιδιοτελής
没常識 ぼつじょうしき
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 έλλειψη κοινής λογικής
没食子酸 もっしょくしさん
ουσιαστικό
- 01 γαλλικό οξύ
没風流 ぼつふうりゅう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ακαλλιέργητος, άγευστος, αντιαισθητικός, πεζός, αντιποιητικός, μη ρομαντικός, άξεστος
没る いる
ρήμα
- 01 δύω (για τον ήλιο)
没分暁漢 ぼつぶんぎょうかん
ουσιαστικό
- 01 πεισματάρης άνθρωπος, ξεροκέφαλος
没ネーム ぼつネーム
ουσιαστικό
- 01 μάνγκα (σχέδιο) που έχει απορριφθεί από επιμελητή
没理想 ぼつりそう
ουσιαστικό
- 01 ρεαλισμός, αποστασιοποιημένη προοπτική
没風流漢 ぼつふうりゅうかん
ουσιαστικό
- 01 πεζός άνθρωπος, άνθρωπος χωρίς ρομαντική διάθεση, φιλοστραίος
没前 ぼつぜん
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 πριν από τον θάνατο, κατά τη διάρκεια της ζωής κάποιου
没地 ぼつち
ουσιαστικό
- 01 νεκρό μέρος, τόπος θανάτου
没法子 メーファーズ
επιφώνημα
- 01 δεν γίνεται τίποτα, έτσι έχουν τα πράγματα, δεν υπάρχει λύση
没入型 ぼつにゅうがた
ουσιαστικό
- 01 εμβυθιστικός
没
- 01 πνίγομαι
- 02 βυθίζομαι
- 03 κρύβομαι
- 04 πέφτω μέσα
- 05 εξαφανίζομαι
- 06 πεθαίνω