258 αποτελέσματα για «法»

法典 ほうてん

ουσιαστικό

  1. 01 νομικός κώδικας, σώμα δικαίου
法医学 ほういがく

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστική ιατρική, ιατροδικαστική
  2. 02 δικαστική ιατρική, ιατροδικαστική
法皇 ほうおう

ουσιαστικό

  1. 01 χο-ό, πρώην αυτοκράτορας που έχει γίνει μοναχός
法要 ほうよう

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική επιμνημόσυνη δέηση
法を犯す ほうをおかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρανομώ, παραβιάζω τον νόμο
法螺 ほら

ουσιαστικό

  1. 01 κομπασμός, καύχηση, μεγαλοστομία
  2. 02 τρίτωνας (είδος θαλάσσιου μαλάκιου), κοχύλι σαλπιγκτής
法務 ほうむ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστικές υποθέσεις
  2. 02 ιερατικά καθήκοντα
法に触れる ほうにふれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρανομώ, παραβιάζω τον νόμο, έρχομαι σε σύγκρουση με τον νόμο
法律家 ほうりつか

ουσιαστικό

  1. 01 δικηγόρος, νομικός
法被 はっぴ

ουσιαστικό

  1. 01 χάπι, παραδοσιακό ιαπωνικό παλτό με ίσιες μανίκια, εργατική στολή
法力 ほうりき

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική δύναμη
法悦 ほうえつ

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτική έκσταση, θρησκευτική έξαρση
  2. 02 έκσταση, αγαλλίαση
法治国家 ほうちこっか

ουσιαστικό

  1. 01 κράτος δικαίου, χώρα με συνταγματική κυβέρνηση, χώρα όπου επικρατεί η αρχή του δικαίου, σύστημα βασισμένο στο κράτος δικαίου
法学 ほうがく N1

ουσιαστικό

  1. 01 νομική, δικαιολογία
法務大臣 ほうむだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός δικαιοσύνης
法印 ほういん

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατο αξίωμα ιερέα
  2. 02 ορεσίβιος ασκητής μοναχός
  3. 03 σημάδια που διακρίνουν τις βουδιστικές διδασκαλίες από άλλες πίστεις
  4. 04 τίτλος που αποδίδεται σε σπουδαίο ιατρό ή ζωγράφο
法整備 ほうせいび

ουσιαστικό

  1. 01 νομοθετική ρύθμιση, ανάπτυξη νομοθετικού πλαισίου
法術 ほうじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμογή του νόμου
  2. 02 νομικές διαδικασίες για τη διοίκηση μιας χώρας
  3. 03 μέθοδος, τρόπος, μέσο
  4. 04 μαγεία
法務省 ほうむしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο δικαιοσύνης
法度 はっと

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση, απαγορευμένο πράγμα, ταμπού
  2. 02 νόμος, διάταγμα (ιδιαίτερα κατά τον Μεσαίωνα)