31 αποτελέσματα για «泡»

泡箱 あわばこ

ουσιαστικό

  1. 01 θάλαμος φυσαλίδων
泡沫景気 ほうまつけいき

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική φούσκα, εφήμερη οικονομική άνθηση
泡洗車 あわせんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πλύσιμο αυτοκινήτου (ειδικότερα χειροκίνητο πλύσιμο αυτοκινήτου)
泡舟貝 あわぶねがい

ουσιαστικό

  1. 01 Μποστρίκαπουλους γκραβισπινόζους (είδος ακανθωτού γαστερόποδου της οικογένειας Calyptraeidae)
泡ぶく あわぶく

ουσιαστικό

  1. 01 φυσαλίδα (ειδικά σάλιου), αφρός
泡々 あわあわ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 φυσαλιδώδης, αφρώδης
泡盛升麻 アワモリショウマ

ουσιαστικό

  1. 01 αστίλβη η ιαπωνική (Astilbe japonica), ψευδο-σπιρέα
泡舟 あわぶね

ουσιαστικό

  1. 01 Bostrycapulus aculeatus (είδος θαλάσσιου σαλιγκαριού)
泡食う あわくう

ρήμα

  1. 01 ταράζομαι, μπερδεύομαι, χάνω το κεφάλι μου
泡石鹸 あわせっけん

ουσιαστικό

  1. 01 αφρόσαπο
  1. 01 φυσαλίδες
  2. 02 αφρός
  3. 03 σαπουνάδα, αφρός σαπουνιού
  4. 04 αφρός, σαπουνάδα