85 αποτελέσματα για «洋»

洋品店 ようひんてん N2

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα που πουλάει δυτικού τύπου είδη ένδυσης και αξεσουάρ
洋服ダンス ようふくダンス

ουσιαστικό

  1. 01 γκαρνταρόμπα (κυρίως για δυτικά ρούχα), συρταριέρα, ντουλάπα ρούχων, συρταριέρα, ψηλή συρταριέρα
洋々 ようよう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ευρύς, απέραντος, αχανής, πλατύς
洋傘 ようがさ

ουσιαστικό

  1. 01 ομπρέλα (δυτικού τύπου), αλεξήλιο
洋梨 ようなし

ουσιαστικό

  1. 01 αχλαδιά (Pyrus communis), κοινό αχλάδι
洋学 ようがく

ουσιαστικό

  1. 01 δυτική μάθηση (που εισήχθη στην Ιαπωνία στα τέλη της περιόδου Έντο και στις αρχές της περιόδου Μεϊτζί)
洋画家 ようがか

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιτέχνης που δημιουργεί πίνακες δυτικού στυλ
洋の東西を問わず ようのとうざいをとわず

άλλο, επίρρημα

  1. 01 σε όλα τα μέρη του κόσμου, σε όλες τις χώρες, οπουδήποτε στον κόσμο, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή
洋紙 ようし

ουσιαστικό

  1. 01 δυτικό χαρτί, χαρτί κατασκευασμένο με δυτική μέθοδο
洋ゲー ようゲー

ουσιαστικό

  1. 01 δυτικό βιντεοπαιχνίδι
洋物 ようもの

ουσιαστικό

  1. 01 δυτικά προϊόντα, δυτικά αντικείμενα, εισαγόμενα προϊόντα
洋灯 ようとう

ουσιαστικό

  1. 01 λάμπα
洋弓 ようきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τοξοβολία δυτικού τύπου
  2. 02 τόξο δυτικού τύπου
洋服掛け ようふくかけ

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμάστρα ρούχων, γάντζος ρούχων
洋髪 ようはつ

ουσιαστικό

  1. 01 δυτικό στυλ χτενίσματος
洋犬 ようけん

ουσιαστικό

  1. 01 δυτική ράτσα σκύλου
洋剣 ようけん

ουσιαστικό

  1. 01 δυτικό σπαθί (ειδικότερα σπάθη)
洋式トイレ ようしきトイレ

ουσιαστικό

  1. 01 τουαλέτα δυτικού τύπου, καθιστή τουαλέτα
洋形 ようけい

ουσιαστικό

  1. 01 φάκελος δυτικού τύπου (ανοίγει κατά μήκος της μακριάς πλευράς, με αριθμητικά μεγέθη 0-7)
洋妾 ようしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ερωμένη δυτικού