92 αποτελέσματα για «洗»
洗い落とす あらいおとす
ρήμα
- 01 ξεπλένω, αφαιρώ με πλύσιμο
洗いっこ あらいっこ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λούσιμο (κάποιου άλλου), αλληλοτρίψιμο στο πλύσιμο
洗面 せんめん N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 νίψιμο προσώπου
洗い出し あらいだし
ουσιαστικό
- 01 αποκάλυψη μέσω πλυσίματος, ξέπλυμα
- 02 εμφανές αδρανές (φινίρισμα), σκυρόδεμα με εμφανές αδρανές
- 03 ανάδειξη των νερών της ξυλείας κέδρου μέσω πλυσίματος και τριψίματος
- 04 ανακάλυψη (κατόπιν εκτενούς έρευνας), αποκάλυψη, αναζήτηση, φέρσιμο στο φως
洗髪 せんぱつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λούσιμο των μαλλιών, η πράξη του λουσίματος
洗濯板 せんたくいた
ουσιαστικό
- 01 τρίφτης της μπουγάδας
洗濯場 せんたくば
ουσιαστικό
- 01 πλυντήριο, χώρος για το πλύσιμο των ρούχων
洗いたて あらいたて
ουσιαστικό
- 01 φρεσκοπλυμένος
洗礼式 せんれいしき
ουσιαστικό
- 01 τελετή βάπτισης, βάπτιση
洗い清める あらいきよめる
ρήμα
- 01 ξεπλένω, καθαρίζω
洗濯屋 せんたくや
ουσιαστικό
- 01 καθαριστήριο, πλυντήριο ρούχων
洗車 せんしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλύσιμο αυτοκινήτου
洗いざらし あらいざらし
ουσιαστικό
- 01 ξεθωριασμένος από το πλύσιμο
洗礼名 せんれいめい
ουσιαστικό
- 01 χριστιανικό όνομα, βαπτιστικό όνομα
洗い髪 あらいがみ
ουσιαστικό
- 01 φρεσκολουσμένα μαλλιά
洗濯バサミ せんたくバサミ
ουσιαστικό
- 01 μανταλάκι
洗い上げる あらいあげる
ρήμα
- 01 ολοκληρώνω το πλύσιμο, πλένω καλά, διερευνώ διεξοδικά
洗面室 せんめんしつ
ουσιαστικό
- 01 λουτρό
洗面用具 せんめんようぐ
ουσιαστικό
- 01 είδη προσωπικής υγιεινής
洗い桶 あらいおけ
ουσιαστικό
- 01 λεκάνη πλυσίματος, σκάφη για τα πιάτα