26 αποτελέσματα για «洞»
洞ヶ峠を決め込む ほらがとうげをきめこむ
άλλο, ρήμα
- 01 τηρώ στάση αναμονής μέχρι να φανεί ποιος θα επικρατήσει, περιμένω την κατάλληλη ευκαιρία, κάθομαι στο φράχτη (περιμένοντας να δω προς τα πού φυσάει ο άνεμος), τηρώ στάση αναμονής στο Χοραγκατόγκε
洞性不整脈 どうせいふせいみゃく
ουσιαστικό
- 01 φλεβοκομβική αρρυθμία, ακανόνιστος καρδιακός παλμός
洞房 どうぼう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 φλεβοκομβικός
- 02 εσωτερική κρεβατοκάμαρα, νυφικό δωμάτιο
- 03 οίκος ανοχής
洞窟壁画 どうくつへきが
ουσιαστικό
- 01 βραχογραφία
洞不全症候群 どうふぜんしょうこうぐん
ουσιαστικό
- 01 σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου, δυσλειτουργία φλεβοκόμβου, SSS
洞
- 01 άντρο
- 02 σπηλιά
- 03 εκσκαφή