43 αποτελέσματα για «派»

派生的 はせいてき

επίθετο

  1. 01 παράγωγος, δευτερεύων
派遣団 はけんだん

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολή, αντιπροσωπεία
派遣労働者 はけんろうどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινός εργαζόμενος (που αποσπάται από πρακτορείο), αποσπασμένος εργαζόμενος
派遣労働 はけんろうどう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή εργασία, εργασία με απόσπαση
派閥力学 はばつりきがく

ουσιαστικό

  1. 01 κομματική δυναμική, σχέσεις εξουσίας μεταξύ παρατάξεων, κομματική πολιτική εξουσίας
派生語 はせいご

ουσιαστικό

  1. 01 παράγωγη λέξη
派閥主義 はばつしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φατριασμός
派閥人事 はばつじんじ

ουσιαστικό

  1. 01 διορισμός προσωπικού με βάση τη φατρία
派閥政治 はばつせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 κομματοκρατία με βάση φατρίες
派遣記者 はけんきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσιογράφος που αποστέλλεται σε άλλη τοποθεσία (πόλη, χώρα κ.λπ.), απεσταλμένος δημοσιογράφος
派遣職員 はけんしょくいん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινός υπάλληλος, αποσπασμένος υπάλληλος (π.χ. από μητρική ή συγγενή εταιρεία)
派手婚 はでこん

ουσιαστικό

  1. 01 φανταχτερός γάμος, επιδεικτικός γάμος
派米 はべい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστολή στις ΗΠΑ
派閥均衡 はばつきんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ισορροπία δυνάμεων μεταξύ φατριών (εντός ενός πολιτικού κόμματος), φατριακή ισορροπία
派生需要 はせいじゅよう

ουσιαστικό

  1. 01 παράγωγη ζήτηση
派生文献 はせいぶんけん

ουσιαστικό

  1. 01 παράγωγο έγγραφο
派遣従業員 はけんじゅうぎょういん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινός υπάλληλος
派川 はせん

ουσιαστικό

  1. 01 διακλαδούμενος ποταμός, παραπόταμος
派生型 はせいけい

ουσιαστικό

  1. 01 παράγωγο είδος, υπομορφή
派生作品 はせいさくひん

ουσιαστικό

  1. 01 παράγωγο έργο, spinoff