30 αποτελέσματα για «浄»
浄霊 じょうれい
ουσιαστικό
- 01 εξορκισμός
浄域 じょういき
ουσιαστικό
- 01 ιερός χώρος
浄土三部経 じょうどさんぶきょう
ουσιαστικό
- 01 οι τρεις κύριες σούτρες του Βουδισμού της Καθαρής Χώρας
浄瑠璃語り じょうるりかたり
ουσιαστικό
- 01 αφηγητής τζορούρι
浄写 じょうしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθαρογραμμένο αντίγραφο, καθαρό αντίγραφο
浄水地 じょうすいち
ουσιαστικό
- 01 δεξαμενή καθαρού νερού
浄御原令 きよみはらりょう
ουσιαστικό
- 01 Κώδικας Κιγιομιχάρα (689 μ.Χ.)
浄行 じょうぎょう
ουσιαστικό
- 01 ασκητικές πρακτικές (ειδικότερα η αγαμία)
浄化槽法 じょうかそうほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί δεξαμενών καθαρισμού
浄
- 01 καθαρίζω
- 02 εξαγνίζω
- 03 καθαρίζω, εξαγνίζω
- 04 εξορκίζω
- 05 Δυναστεία των Μαντσού