52 αποτελέσματα για «浅»

浅木 あさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ακατέργαστο ξύλο (δηλαδή με πολλούς ρόζους)
浅茅 あさじ

ουσιαστικό

  1. 01 αραιά αναπτυσσόμενο αγρωστώδες φυτό (cogon grass), κοντό αγρωστώδες φυτό
浅学非才 せんがくひさい

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειψη μόρφωσης ή ικανότητας, περιορισμένες γνώσεις και περιορισμένη ικανότητα
浅緋 あさあけ

ουσιαστικό

  1. 01 απαλό κόκκινο
浅草海苔 あさくさのり

ουσιαστικό

  1. 01 Πυρόπια η τρυφερή (είδος βρώσιμου φυκιού)
  2. 02 αποξηραμένο νόρι, αποξηραμένο φύκι
浅煎り あさいり

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ καβούρδισμα (καφές)
浅沓 あさぐつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρηχά ξύλινα υποδήματα (φοριούνται από ευγενείς· αρχικά κατασκευασμένα από δέρμα, αργότερα από μαύρο βερνικωμένο ξύλο παυλώνιας)
浅紫 あさむらさき

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό μωβ
浅縹 あさはなだ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό κυανό, απαλό λουλακί
浅才 せんさい

ουσιαστικό

  1. 01 ανικανότητα, έλλειψη ικανότητας
浅間山荘事件 あさまさんそうじけん

ουσιαστικό

  1. 01 υπόθεση Ασάμα-Σάνσο (ομηρία και αστυνομική πολιορκία· Φεβρουάριος 1972)
浅酌低唱 せんしゃくていしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πίνω λίγο και σιγοτραγουδώ
浅紅 せんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό κόκκινο
浅学寡聞 せんがくかぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ρηχή μάθηση και περιορισμένη ενημέρωση, άγνοια και πλημμελής πληροφόρηση
浅茅生 あさじう

ουσιαστικό

  1. 01 εκτεταμένο λιβάδι με αραιά φυτρωμένα αγριοχόρτα (cogon grass)
浅葱斑 あさぎまだら

ουσιαστικό

  1. 01 ασαγκί μαντάρα (είδος πεταλούδας, Parantica sita)
浅瀬に仇波 あさせにあだなみ

άλλο

  1. 01 τα βαθιά ποτάμια ρέουν σιωπηλά, τα ρηχά ρυάκια κάνουν θόρυβο, όσοι γνωρίζουν λίγα μιλούν πολύ
浅発地震 せんぱつじしん

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακός σεισμός, σεισμός μικρού εστιακού βάθους
浅羽鳥 あさはどり

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
浅鉢 あさばち

ουσιαστικό

  1. 01 ρηχό πήλινο σκεύος