46 αποτελέσματα για «涙»
涙を催す なみだをもよおす
άλλο, ρήμα
- 01 συγκινούμαι μέχρι δακρύων
涙がちょちょぎれる なみだがちょちょぎれる
άλλο, ρήμα
- 01 δακρύζω από συγκίνηση, κλαίω ασταμάτητα
涙金 なみだきん
ουσιαστικό
- 01 χρηματικό ποσό παρηγοριάς (συμβολικό ποσό)
涙活 るいかつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θεραπευτικό κλάμα για την ανακούφιση από το στρες, ξεέσπασμα σε κλάματα
涙管 るいかん
ουσιαστικό
- 01 δακρυϊκός πόρος
涙小管 るいしょうかん
ουσιαστικό
- 01 δακρυϊκός πόρος, δακρυϊκό σωληνάριο
涙液 るいえき
ουσιαστικό
- 01 δακρυϊκό υγρό, δάκρυα
涙滴状 るいてきじょう
ουσιαστικό
- 01 δακρυόσχημος
涙道 るいどう
ουσιαστικό
- 01 δακρυϊκή οδός
涙器 るいき
ουσιαστικό
- 01 δακρυϊκή συσκευή
涙嚢 るいのう
ουσιαστικό
- 01 δακρυϊκός ασκός, δακρυοκύστη
涙塞き敢えず なみだせきあえず
άλλο
- 01 ανίκανος να συγκρατήσει τα δάκρυα
涙骨 るいこつ
ουσιαστικό
- 01 δακρυϊκό οστό (του κρανίου)
涙箸 なみだばし
ουσιαστικό
- 01 στάξιμο υγρών (σούπας, σάλτσας κ.λπ.) από τις άκρες των ξυλακίων φαγητού (παραβίαση της εθιμοτυπίας)
涙点 るいてん
ουσιαστικό
- 01 δακρυϊκό σημείο (δακρυϊκό, δακρυϊκό), δακρυϊκό στόμιο
涙茸 なみだたけ
ουσιαστικό
- 01 σερπούλα η δακρυρροούσα (είδος μύκητα ξηράς σήψης)
涙勝ち なみだがち
επίθετο, άλλο
- 01 επιρρεπής στο κλάμα
涙川 なみだがわ
ουσιαστικό
- 01 ατέλειωτος χείμαρρος δακρύων
涙堂 るいどう
ουσιαστικό
- 01 σακούλες κάτω από τα μάτια, πρήξιμο στην περιοχή των ματιών
涙が枯れる なみだがかれる
άλλο, ρήμα
- 01 κλαίω μέχρι να στερέψουν τα δάκρυά μου