39 αποτελέσματα για «淡»
淡紫色 たんししょく
ουσιαστικό
- 01 πασχαλί (χρώμα), μωβ, ανοιχτό μοβ
淡竹 はちく
ουσιαστικό
- 01 χατσικού (φυτό Phyllostachys nigra var. henonis)
淡然 たんぜん
άλλο, επίρρημα
- 01 αδιάφορος, ψύχραιμος, ήρεμος
淡味 たんみ
ουσιαστικό
- 01 ελαφριά γεύση
淡水産 たんすいさん
ουσιαστικό
- 01 γλυκών υδάτων, λιμναίος
淡水化プラント たんすいかプラント
ουσιαστικό
- 01 μονάδα αφαλάτωσης
淡彩画 たんさいが
ουσιαστικό
- 01 υδατογραφία
淡水藻 たんすいそう
ουσιαστικό
- 01 φυτοπλαγκτόν γλυκών υδάτων
淡路結び あわじむすび
ουσιαστικό
- 01 παραλλαγή κόμπου που χρησιμοποιείται συχνά για το δέσιμο του μιζουχίκι
- 02 γυναικείο χτένισμα, πλεγμένο με αυτόν τον τρόπο
淡湖 たんこ
ουσιαστικό
- 01 λίμνη γλυκού νερού
淡水ダイビング たんすいダイビング
ουσιαστικό
- 01 καταδύσεις σε γλυκά νερά
淡色野菜 たんしょくやさい
ουσιαστικό
- 01 λαχανικά με χαμηλή περιεκτικότητα σε β-καροτένιο
淡色木間蝶 うすいろこのまちょう
ουσιαστικό
- 01 ουσιρό κονομά τσό (Melanitis leda), κοινή πεταλούδα του σούρουπου
淡月 たんげつ
ουσιαστικό
- 01 αμυδρό φεγγάρι, θαμπό φεγγάρι
阪神・淡路大震災 はんしんあわじだいしんさい
ουσιαστικό
- 01 Μεγάλος Σεισμός Χανσίν-Αουάτζι (1995)
淡黄緑色 たんこうりょくしょく
ουσιαστικό
- 01 φιστικί
淡墨 たんぼく
ουσιαστικό
- 01 αχνή σινική μελάνη
淡路養護学校 あわじようごがっこう
ουσιαστικό
- 01 Ειδικό Σχολείο Αουάτζι (παλαιότερος τύπος ονομασίας)
淡
- 01 λεπτός
- 02 αχνός, αμυδρός
- 03 χλωμός, ωχρός
- 04 φευγαλέος, εφήμερος