29 αποτελέσματα για «渋»

渋皮のむけた女 しぶかわのむけたおんな

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κομψή και ελκυστική γυναίκα
渋皮がむける しぶかわがむける

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω την τραχύτητά μου και γίνομαι εκλεπτυσμένη και όμορφη (για γυναίκα), αποκτώ εμπειρία στα κοσμικά πράγματα
渋草 しぶくさ

ουσιαστικό

  1. 01 ρουμέξ ο ιαπωνικός, είδος φυτού της οικογένειας των Πολυγονοειδών
渋滞税 じゅうたいぜい

ουσιαστικό

  1. 01 διόδια κυκλοφοριακής συμφόρησης
渋ハロ しぶハロ

ουσιαστικό

  1. 01 εορτασμός του Χάλοουιν στη Σιμπούγια
渋墨 しぶずみ

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτικό χρώμα από τανίνη λωτού αναμεμειγμένη με αιθάλη στάχτης
渋谷区立松濤美術館 しぶやくりつしょうとうびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Μουσείο Τέχνης Σότο
渋谷ファッション&アート専門学校 しぶやファッションアンドアートせんもんがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 Σχολή Μόδας και Τέχνης της Σιμπούγια
  1. 01 στυφός
  2. 02 διστάζω
  3. 03 απρόθυμος
  4. 04 έχω διάρροια