29 αποτελέσματα για «港»
港則法 こうそくほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί λιμενικών κανονισμών
港門 こうもん
ουσιαστικό
- 01 είσοδος λιμανιού, λιμενική είσοδος
港区女子 みなとくじょし
ουσιαστικό
- 01 κορίτσι του Μινατό (νεαρή γυναίκα που της αρέσει να περνά τον χρόνο της σε πολυτελείς συνοικίες)
港則 こうそく
ουσιαστικό
- 01 κανονισμοί λιμένα
港津 こうしん
ουσιαστικό
- 01 λιμάνι, λιμένας
港湾技術研究所 こうわんぎじゅつけんきゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 Ινστιτούτο Έρευνας Λιμένων και Λιμενικών Έργων
港区立図書館 みなとくりつとしょかん
ουσιαστικό
- 01 Δημοτική Βιβλιοθήκη Μινάτο
港南図書館 こうなんとしょかん
ουσιαστικό
- 01 Βιβλιοθήκη Κόναν
港
- 01 λιμάνι