33 αποτελέσματα για «滅»

滅私 めっし

ουσιαστικό

  1. 01 αυταπάρνηση, ανιδιοτέλεια
滅失 めっしつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταστροφή, αφανισμός
滅多矢鱈 めったやたら

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παρορμητικός, αλόγιστος
  2. 02 αδιάκριτος, αλόγιστος
滅裂 めつれつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σε χάος, ασυνάρτητος
滅罪 めつざい

ουσιαστικό

  1. 01 εξιλέωση
滅諦 めったい

ουσιαστικό

  1. 01 η αλήθεια για την παύση του πόνου
滅道 めつどう

ουσιαστικό

  1. 01 αλήθειες της παύσης του πόνου και του δρόμου προς την παύση του πόνου
滅度 めつど

ουσιαστικό

  1. 01 σβήσιμο της αυταπάτης και μετάβαση στη Νιρβάνα
滅菌剤 めっきんざい

ουσιαστικό

  1. 01 αποστειρωτικό μέσο, αποστειρωτής, αποστειρωτικός παράγοντας
滅びゆく ほろびゆく

άλλο

  1. 01 που αφανίζεται, που εξαφανίζεται, που πεθαίνει
滅紫 めっし

ουσιαστικό

  1. 01 βαθύ μωβ, σκούρο μωβ
めつ

ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφή, αφανισμός, εξάλειψη
  2. 02 νιρβάνα, κατάπαυση (των γήινων επιθυμιών), θάνατος (ειδικά του Βούδα ή ενός υψηλόβαθμου μοναχού)
  3. 03 πεθαίνω (από συντριπτικό συναίσθημα), κατακλύζομαι (από κάτι)
  1. 01 καταστρέφω
  2. 02 καταστρέφω
  3. 03 ανατρέπω
  4. 04 χάνομαι