29 αποτελέσματα για «滞»

滞米 たいべい

ουσιαστικό

  1. 01 παραμονή στις Ηνωμένες Πολιτείες
滞英 たいえい

ουσιαστικό

  1. 01 παραμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο
滞空記録 たいくうきろく

ουσιαστικό

  1. 01 ρεκόρ παραμονής στον αέρα
滞納処分 たいのうしょぶん

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική κατάσχεση λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών
滞在国 たいざいこく

ουσιαστικό

  1. 01 χώρα διαμονής
滞積 たいせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσσώρευση, στοίβαγμα
滞納処分費 たいのうしょぶんひ

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος είσπραξης, έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης λόγω ληξιπρόθεσμης οφειλής
滞仏 たいふつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμονή στη Γαλλία
  1. 01 λιμνάζω, στασιμεύω
  2. 02 καθυστερώ, βραδύνω
  3. 03 καθυστερημένος, ληξιπρόθεσμος
  4. 04 καθυστερούμενα