51 αποτελέσματα για «漁»

漁法 ぎょほう

ουσιαστικό

  1. 01 αλιευτική μέθοδος
漁網 ぎょもう

ουσιαστικό

  1. 01 δίχτυ ψαρέματος
漁火 ぎょか

ουσιαστικό

  1. 01 φως που ανάβει σε βάρκα για να προσελκύσει ψάρια τη νύχτα
漁業協同組合 ぎょぎょうきょうどうくみあい

ουσιαστικό

  1. 01 αλιευτικός συνεταιρισμός, αλιευτική συνεταιριστική ένωση
漁獲高 ぎょかくだか

ουσιαστικό

  1. 01 ψαριά, αλίευμα
漁色 ぎょしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ακολασία, ανηθικότητα, ερωτοτροπία
漁猟 ぎょりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αλιεία και κυνήγι
  2. 02 αλιευτική βιομηχανία, αλιεία
漁色家 ぎょしょくか

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικάς, λάγνος, καρδιοκατακτητής
漁労 ぎょろう

ουσιαστικό

  1. 01 αλιεία, ψάρεμα
  2. 02 αλιευτική δραστηριότητα
漁家 ぎょか

ουσιαστικό

  1. 01 ψαράδικο νοικοκυριό
漁期 ぎょき

ουσιαστικό

  1. 01 αλιευτική περίοδος
漁舟 ぎょしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό αλιευτικό σκάφος, βάρκα ψαρέματος
漁り火 いさりび

ουσιαστικό

  1. 01 φως που ανάβεται σε βάρκα για να προσελκύσει ψάρια τη νύχτα
漁史 ぎょし

ουσιαστικό

  1. 01 κατάληξη που προστίθεται μετά το λογοτεχνικό ψευδώνυμο ενός συγγραφέα
漁区 ぎょく

ουσιαστικό

  1. 01 αλιευτικό πεδίο, αλιευτική περιοχή
漁獲物 ぎょかくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αλίευμα (συνολική ποσότητα ψαριών που πιάνονται κατά την αλιεία)
漁業法 ぎょぎょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί αλιείας
漁業監視船 ぎょぎょうかんしせん

ουσιαστικό

  1. 01 πλοίο αλιευτικής επιτήρησης, σκάφος αλιευτικής περιπολίας
漁業協定 ぎょぎょうきょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνία αλιείας
漁船員 ぎょせんいん

ουσιαστικό

  1. 01 ψαράς