27 αποτελέσματα για «漏»

漏れ電流 もれでんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ρεύμα διαρροής
漏尽通 ろじんつう

ουσιαστικό

  1. 01 εξάλειψη της μόλυνσης (μία από τις έξι υπερφυσικές βουδιστικές δυνάμεις), ροσίντσου
漏入 ろうにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαρροή, εισροή, διείσδυση
漏電遮断器 ろうでんしゃだんき

ουσιαστικό

  1. 01 διακόπτης διαρροής ρεύματος, αντιηλεκτροπληξιακός διακόπτης, GFCI, διακόπτης διαφορικού ρεύματος, RCD
漏斗雲 ろうとぐも

ουσιαστικό

  1. 01 χωνοειδές νέφος, κρεμάμενο νέφος
漏斗葉 ろうとよう

ουσιαστικό

  1. 01 χοανοειδές φύλλο
  1. 01 διαρρέω
  2. 02 διαφεύγω
  3. 03 χρόνος