78 αποτελέσματα για «漢»

漢字変換 かんじへんかん

ουσιαστικό

  1. 01 μετατροπή σε κάντζι
漢土 かんど

ουσιαστικό

  1. 01 Κίνα
漢名 かんめい

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικό όνομα (συχνά για φυτά και ζώα)
漢代 かんだい

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Χαν (Κίνα· 202 π.Χ.-220 μ.Χ.), εποχή Χαν
漢和辞典 かんわじてん

ουσιαστικό

  1. 01 λεξικό με ιαπωνικούς ορισμούς για κάντζι και συνθέσεις κάντζι, λεξικό κάντζι
漢文学 かんぶんがく

ουσιαστικό

  1. 01 κλασική κινεζική φιλολογία, κινεζικά κλασικά κείμενα
漢字検定 かんじけんてい

ουσιαστικό

  1. 01 τεστ επάρκειας κάντζι (ειδικότερα το Κάντζι Κεντέι), το Ιαπωνικό Τεστ Επάρκειας Κάντζι
漢字辞典 かんじじてん

ουσιαστικό

  1. 01 λεξικό κάντζι, λεξικό κινεζικών χαρακτήρων
漢検 かんけん

ουσιαστικό

  1. 01 τεστ επάρκειας κάντζι της Ιαπωνίας
漢音 かんおん

ουσιαστικό

  1. 01 καν-ον, κινεζική ανάγνωση, ανάγνωση kanji βασισμένη στα κινεζικά της δυναστείας των Τανγκ
漢服 かんふく

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακή κινεζική ενδυμασία
漢字圏 かんじけん

ουσιαστικό

  1. 01 χώρες στις οποίες χρησιμοποιούνται ή χρησιμοποιούνταν ιστορικά οι κινεζικοί χαρακτήρες (χάντζι)
漢字ROM かんじロム

ουσιαστικό

  1. 01 καντζί ρομ
漢族 かんぞく

ουσιαστικό

  1. 01 Χαν, κινέζικος λαός
漢奸 かんかん

ουσιαστικό

  1. 01 κινέζος προδότης (ειδικά κάποιος που συνεργάζεται με τους ιάπωνες)
漢字制限 かんじせいげん

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμοί στον αριθμό των κάντζι που αναγνωρίζονται για χρήση
漢和 かんわ N2

ουσιαστικό

  1. 01 Κίνα και Ιαπωνία
  2. 02 κινεζική και ιαπωνική γλώσσα
  3. 03 λεξικό με ιαπωνικούς ορισμούς για κάντζι και σύνθετες λέξεις κάντζι, λεξικό κάντζι
漢字仮名交じり文 かんじかなまじりぶん

ουσιαστικό

  1. 01 γραφή με ανάμειξη κάντζι και κάνα
漢字コード かんじコード

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικός κάντζι
漢薬 かんやく

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζική ιατρική, φυτική ιατρική