35 αποτελέσματα για «漫»

漫符 まんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 μανπού, σύμβολα, σημάδια και χαρακτήρες που χρησιμοποιούνται στα μάνγκα για την αναπαράσταση δράσεων, συναισθημάτων κ.λπ.
漫談家 まんだんか

ουσιαστικό

  1. 01 κωμικός αφηγητής
漫評 まんぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασυνάρτητη κριτική
漫読 まんどく

ουσιαστικό

  1. 01 χαλαρή ανάγνωση, ξεφύλλισμα
漫文 まんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 τυχαίες σημειώσεις, διάσπαρτα δοκίμια
漫語 まんご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακατάσχετη φλυαρία
漫言放語 まんげんほうご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λέω ό,τι μου κατέβει, μιλάω χωρίς σκέψη, κάνω επιπόλαια σχόλια, ακατάληπτη πολυλογία
漫言 まんげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασυνάρτητη ομιλία, φλυαρία
漫遊客 まんゆうきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 περιηγητής, τουρίστας
漫ろに そぞろに

επίρρημα

  1. 01 ακούσια, κάπως, χωρίς να ξέρω γιατί, αόριστα
漫楽 まんがく

ουσιαστικό

  1. 01 μανζάι (κωμικός διάλογος) που συνοδεύεται από μουσική
漫ろ言 そぞろごと

ουσιαστικό

  1. 01 ασυναρτησίες, ασαφείς παρατηρήσεις
漫画字 まんがじ

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματοσειρά μάνγκα, στρογγυλεμένη γραφή
漫画チック まんがチック

επίθετο

  1. 01 μανγκατικός, καρτουνίστικος
  1. 01 καρτούν
  2. 02 ακούσια
  3. 03 ασυγκράτητος
  4. 04 άθελά μου
  5. 05 διεφθαρμένος