57 αποτελέσματα για «潮»

潮干 しおひ

ουσιαστικό

  1. 01 ρηχία, άμπωτη
潮汁 うしおじる

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτόρρευστη σούπα από ψάρι ή οστρακοειδή βρασμένα σε θαλασσινό νερό (ούσιοτζιρου)
潮路 しおじ

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσιο ρεύμα, θαλάσσια διαδρομή
潮合 しおあい

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα παλίρροιας
  2. 02 κατάλληλη στιγμή (για να κάνει κάποιος κάτι), ευκαιρία
潮汲み しおくみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άντληση θαλασσινού νερού για την παραγωγή αλατιού, άτομο που αντλεί νερό από τη θάλασσα
潮待ち しおまち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναμονή της παλίρροιας ή μιας κατάλληλης ευκαιρίας
潮先 しおさき

ουσιαστικό

  1. 01 παλίρροια, αρχή
潮汐発電 ちょうせきはつでん

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από παλίρροιες
潮見表 しおみひょう

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας παλιρροιών
潮の目 しおのめ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σημείο συνάντησης δύο θαλάσσιων ρευμάτων (π.χ. ενός θερμού και ενός ψυχρού ρεύματος)
  2. 02 ελκυστικό βλέμμα
潮煮 うしおに

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό ψάρι χωρίς κόκαλα βρασμένο σε αλατισμένο νερό
潮間 しおま

ουσιαστικό

  1. 01 παλίρροια με άμπωτη
潮吹貝 しおふきがい

ουσιαστικό

  1. 01 Mactra veneriformis (είδος οστρακοειδούς της οικογένειας Mactridae)
潮解 ちょうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απορρόφηση υγρασίας από την ατμόσφαιρα μέχρις ότου το στερεό διαλυθεί στο νερό που απορρόφησε
潮力 ちょうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 παλιρροϊκή ενέργεια
潮煙 しおけむり

ουσιαστικό

  1. 01 θαλασσινός αφρός, πιτσίλισμα θαλασσινού νερού
潮垂れる しおたれる

ρήμα

  1. 01 κλαίω με αναφιλητά, θρηνώ, είμαι αποκαρδιωμένος
潮干潟 しおひがた

ουσιαστικό

  1. 01 αμμώδης ή λασπώδης έκταση που αποκαλύπτεται στην άμπωτη, παραλία της άμπωτης (ιδιαίτερα την άνοιξη)
潮間帯 ちょうかんたい

ουσιαστικό

  1. 01 παλιρροιακή ζώνη, ζώνη παλίρροιας
潮入り しおいり

ουσιαστικό

  1. 01 εισροή της παλίρροιας