74 αποτελέσματα για «灰»

灰白質 かいはくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 φαιά ουσία
灰の水曜日 はいのすいようび

ουσιαστικό

  1. 01 Τετάρτη της Τέφρας
灰釉 はいぐすり

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτόγλασου (τύπος βασικού υαλώματος που χρησιμοποιούνταν στους αρχαίους χρόνους και παρασκευαζόταν από στάχτες πρώτων υλών όπως το ρύζι με τον φλοιό του, το άχυρο, τη βελανιδιά και το πεύκο)
灰重石 かいじゅうせき

ουσιαστικό

  1. 01 σεελίτης
灰殻 はいがら

ουσιαστικό

  1. 01 στάχτη
灰分 かいぶん

ουσιαστικό

  1. 01 στάχτη
  2. 02 περιεκτικότητα σε μεταλλικά στοιχεία (διατροφική)
灰受け はいうけ

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτοδοχείο, τασάκι
灰汁色 あくいろ

ουσιαστικό

  1. 01 γκρι με κιτρινωπή απόχρωση, χρώμα αφρού
灰簾石 かいれんせき

ουσιαστικό

  1. 01 ζοϊσίτης
灰汁洗い あくあらい

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρισμός με αλισίβα, πλύσιμο λαχανικών σε αλισίβα
灰落とし はいおとし

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτοδοχείο, σταχτοδόχος
灰まみれ はいまみれ

ουσιαστικό

  1. 01 καλυμμένος με στάχτη, στάχτοσκεπής
灰ふるい はいふるい

ουσιαστικό

  1. 01 κόσκινο στάχτης, σίτα στάχτης
灰押さえ はいおさえ

ουσιαστικό

  1. 01 ισοπεδωτής στάχτης (χρήση σε εστία)
灰押し はいおし

ουσιαστικό

  1. 01 ισοπεδωτήρας στάχτης (χρησιμοποιείται στο μαγκάλι)
灰均し はいならし

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο ισοπέδωσης στάχτης
灰貝 はいがい

ουσιαστικό

  1. 01 κοχύλι ελεφαντόδοντου, αχιβάδα
灰色雁 はいいろがん

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτόχηνα (υδρόβιο πτηνό, Anser anser)
灰色高官 はいいろこうかん

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλόβαθμος αξιωματούχος που θεωρείται ύποπτος για διαφθορά
灰鉄ザクロ石 はいてつザクロいし

ουσιαστικό

  1. 01 ανδραδίτης