26 αποτελέσματα για «炎»
炎検出器 ほのおけんしゅつき
ουσιαστικό
- 01 ανιχνευτής φλόγας
炎昼 えんちゅう
ουσιαστικό
- 01 καυτερό πρώτο μεσημέρι του καλοκαιριού
炎管 えんかん
ουσιαστικό
- 01 πυραυλικός σωλήνας (σε λέβητα), φλογοσωλήνας, καπνοσωλήνας
炎上商法 えんじょうしょうほう
ουσιαστικό
- 01 στρατηγική μάρκετινγκ μέσω πρόκλησης οργής (εσκεμμένη πρόκληση αντιπαραθέσεων για τη δημιουργία δημοσιότητας), διαφήμιση σοκ
炎上マーケティング えんじょうマーケティング
ουσιαστικό
- 01 μάρκετινγκ εξοργισμού (εσκεμμένη πρόκληση αντιπαράθεσης για τη δημιουργία δημοσιότητας), διαφήμιση μέσω πρόκλησης σοκ
炎
- 01 φλεγμονή
- 02 φλόγα
- 03 φωτιά, φλόγα