51 αποτελέσματα για «為»

為替銀行 かわせぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 τράπεζα συναλλάγματος
為替差益 かわせさえき

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλαγματικό κέρδος
為納め しおさめ

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκληρώνω, διεκπεραιώνω
為替管理 かわせかんり

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλαγματικός έλεγχος
為ん術 せんすべ

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδοι, τρόποι
為に ために

σύνδεσμος

  1. 01 για, για χάρη κάποιου, προς όφελος κάποιου, υπέρ κάποιου, εξ ονόματος κάποιου
  2. 02 εξαιτίας, λόγω
為すがまま なすがまま

άλλο

  1. 01 παραδομένος στη θέληση κάποιου ή κάτι άλλου
為さい なさい

άλλο

  1. 01 κάνω
為れつつある されつつある

άλλο, ρήμα

  1. 01 βρίσκομαι στη διαδικασία του να γίνομαι...
為果せる しおおせる

ρήμα

  1. 01 φέρνω σε πέρας, ολοκληρώνω
為落とす しおとす

ρήμα

  1. 01 παραλείπω, υποτιμώ, αμελώ
為熟す しこなす

ρήμα

  1. 01 χειρίζομαι (επιδέξια)
為公会 いこうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ικό-καϊ (φράξια του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος)
為替尻 かわせじり

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλοιπο συναλλάγματος
為落とし しおとし

ουσιαστικό

  1. 01 παράλειψη, αβλεψία
為落ち しおち

ουσιαστικό

  1. 01 παράλειψη, σφάλμα από αμέλεια
為替投機 かわせとうき

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκοπία συναλλάγματος
為替裁定 かわせさいてい

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλαγματική διαιτησία
為銀 ためぎん

ουσιαστικό

  1. 01 ανταλλακτική τράπεζα
為替ダンピング かわせダンピング

ουσιαστικό

  1. 01 υποτιμητική πρακτική συναλλάγματος