66 αποτελέσματα για «烏»

烏兎 うと

ουσιαστικό

  1. 01 ήλιος και σελήνη
  2. 02 χρόνος, τα έτη, οι μήνες
烏金 からすがね

ουσιαστικό

  1. 01 δάνειο με ημερήσιο επιτόκιο
烏蛇 からすへび

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρο ιαπωνικό ραβδωτό φίδι (Ελάφη η τετράγραμμη), ιαπωνικό μαύρο φίδι του γένους Ελάφη
烏鵲 うじゃく

ουσιαστικό

  1. 01 καρακάξα
烏滸の沙汰 おこのさた

ουσιαστικό

  1. 01 ανοησία, παραλογισμός, αλαζονεία, θράσος
烏兎匆々 うとそうそう

άλλο

  1. 01 οι μέρες και οι νύχτες που περνούν γρήγορα, οι μήνες και τα χρόνια που κυλούν σαν αστραπή, ο χρόνος πετάει
烏帽子名 えぼしな

ουσιαστικό

  1. 01 ενήλικο όνομα (εμποσίνα)
烏口骨 うこうこつ

ουσιαστικό

  1. 01 κορακοειδές οστό
烏克蘭 ウクライナ

ουσιαστικό

  1. 01 Ουκρανία
烏剌紐母 ウラニウム

ουσιαστικό

  1. 01 ουράνιο (U)
烏賊フライ イカフライ

ουσιαστικό

  1. 01 τηγανητό καλαμάρι
烏魯木斉 ウルムチ

ουσιαστικό

  1. 01 Ουρούμτσι (Κίνα)
烏揚羽 からすあげは

ουσιαστικό

  1. 01 καράσου αγκέχα (είδος πεταλούδας της οικογένειας Παπιλιονίδες, Παπίλιο μπιάνορ)
烏木 うぼく

ουσιαστικό

  1. 01 έβενος
烏野豌豆 カラスノエンドウ

ουσιαστικό

  1. 01 καράσου-εντό (Vicia sativa), κτηνοτροφικό βίκος
烏鳩 からすばと

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό αγριοπερίστερο (Columba janthina), μαύρο αγριοπερίστερο
烏帽子鳥 えぼしどり

ουσιαστικό

  1. 01 τουράκο (οποιοδήποτε πτηνό της οικογένειας Μουσοφαγίδες, ειδικά το τουράκο της Κνύσνας, Tauraco corythaix), τουράκο, λοέρι, λούρι
烏柄杓 からすびしゃく

ουσιαστικό

  1. 01 καρασουμπισάκου (φυτό Pinellia ternata)
烏勘左衛門 からすかんざえもん

ουσιαστικό

  1. 01 κοράκι, κύριος Κοράκιος
  2. 02 μαυρισμένο άτομο, σκουρόχρωμο άτομο
  3. 03 οικονομική εξαθλίωση, παντελής έλλειψη χρημάτων
烏口 からすぐち

ουσιαστικό

  1. 01 γραφοπένα