49 αποτελέσματα για «煙»

煙出し けむだし

ουσιαστικό

  1. 01 καμινάδα
煙弾 えんだん

ουσιαστικό

  1. 01 καπνογόνο
煙火 えんか

ουσιαστικό

  1. 01 καπνός και αναθυμιάσεις (π.χ. από το μαγείρεμα)
  2. 02 φάρος, πυροτέχνημα, σήμα πυρός
  3. 03 πυροτεχνήματα
煙害 えんがい

ουσιαστικό

  1. 01 ατμοσφαιρική ρύπανση από καπνό
煙突掃除夫 えんとつそうじふ

ουσιαστικό

  1. 01 καπνοδοχοκαθαριστής
煙道 えんどう

ουσιαστικό

  1. 01 καμινάδα, αεραγωγός
煙水晶 けむりずいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 καπνίας χαλαζίας, κερνγκόρμ, μόριον
煙たがる けむたがる

ρήμα

  1. 01 ενοχλούμαι από τον καπνό
  2. 02 αποφεύγω κάποιον λόγω ενόχλησης, θεωρώ κάποιον βάρος ή μπελά
煙塵 えんじん

ουσιαστικό

  1. 01 καπνός και σκόνη, βρωμιά
  2. 02 καπνός από καμινάδα, ρύποι από καμινάδα, αιθάλη
  3. 03 σκόνη και χώμα που σηκώνονται στη μάχη, δίνη του πολέμου
  4. 04 οι κακουχίες της ζωής, η ακαθαρσία της κοινωνίας, κοσμικά ζητήματα
煙霞 えんか

ουσιαστικό

  1. 01 καπνός και ομίχλη, ομίχλη (που τυλίγει)
  2. 02 φυσική θέα, τοπίο βουνών και κοιλάδων
煙波 えんぱ

ουσιαστικό

  1. 01 αφρός της θάλασσας, θαλασσινή αύρα
煙雨 えんう

ουσιαστικό

  1. 01 βροχή με ομίχλη, ψιλόβροχο
煙っぽい けむっぽい

επίθετο

  1. 01 καπνισμένος, γεμάτος καπνό
煙突効果 えんとつこうか

ουσιαστικό

  1. 01 φαινόμενο καμινάδας
煙り出し けむりだし

ουσιαστικό

  1. 01 καμινάδα
煙管 えんかん

ουσιαστικό

  1. 01 κιζέρου, ιαπωνική πίπα καπνίσματος
  2. 02 φλογοαυλός (λέβητα)
  3. 03 καμινάδα
煙死 えんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από ασφυξία λόγω καπνού
煙毒 えんどく

ουσιαστικό

  1. 01 ρυπογόνος καπνός
煙突の笠 えんとつのかさ

ουσιαστικό

  1. 01 καπέλο καμινάδας
煙感知器 けむりかんちき

ουσιαστικό

  1. 01 ανιχνευτής καπνού