60 αποτελέσματα για «煮»
煮え湯 にえゆ
ουσιαστικό
- 01 βραστό νερό
煮魚 にざかな
ουσιαστικό
- 01 ψάρι σιγοβρασμένο με σάλτσα σόγιας (και ζάχαρη)
煮立てる にたてる
ρήμα
- 01 βράζω ή σιγοβράζω
煮豆 にまめ
ουσιαστικό
- 01 σιγοβρασμένα φασόλια
煮沸消毒 しゃふつしょうどく
ουσιαστικό
- 01 αποστείρωση με βρασμό
煮崩れ にくずれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάλυση κατά το μαγείρεμα
煮しめ にしめ
ουσιαστικό
- 01 φαγητό από λαχανικά, κονιακού κ.λπ. σιγοβρασμένα σε σάλτσα σόγιας και νερό μέχρι να απορροφηθεί σχεδόν όλο το υγρό
煮卵 にたまご
ουσιαστικό
- 01 αυγό βρασμένο, καθαρισμένο και μαριναρισμένο σε σάλτσα σόγιας
煮こごり にこごり
ουσιαστικό
- 01 πηχτή από ζωμό ψαριού ή κρέατος
煮付ける につける
ρήμα
- 01 μαγειρεύω για πολλή ώρα σε σάλτσα
煮浸し にびたし
ουσιαστικό
- 01 είδος φαγητού κατσαρόλας, συνήθως ψάρι ή λαχανικά σε ελαφρύ ζωμό, ψάρι ψημένο χωρίς καρυκεύματα και μετά σιγοβρασμένο σε ζωμό από σόγια και μίριν
煮やす にやす
ρήμα
- 01 μαγειρεύω στο εσωτερικό
煮え返る にえかえる
ρήμα
- 01 σιγοβράζω, ζυμώνομαι, ξεχειλίζω από το βράσιμο
煮溶かす にとかす
ρήμα
- 01 ζεσταίνω μέχρι να διαλυθεί
煮干 にぼし
ουσιαστικό
- 01 μικρές αποξηραμένες σαρδέλες (τραγανές)
煮染める にしめる
ρήμα
- 01 σιγοβράζω
煮売り屋 にうりや
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα που πουλάει βραστά λαχανικά, ψάρια και όσπρια
煮上がる にあがる
ρήμα
- 01 βράζω, μαγειρεύομαι πλήρως
煮返す にかえす
ρήμα
- 01 ξαναζεσταίνω
煮切る にきる
ρήμα
- 01 βράζω σάκε, μίριν ή άλλα παρόμοια υγρά για να εξατμιστεί το αλκοόλ