58 αποτελέσματα για «熊»

熊公八公 くまこうはちこう

ουσιαστικό

  1. 01 ακαλλιέργητο αλλά καλοπροαίρετο άτομο, ο μέσος ευγενικός τύπος, ο καθένας, ο οποιοσδήποτε
熊掌 ゆうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πατούσα αρκούδας (κρέας που θεωρούνταν εκλεκτό στην αρχαία Κίνα)
熊鼠 くまねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 κουμανεζούμι, μαύρος αρουραίος (Rattus rattus), αρουραίος της στέγης
熊祭り くままつり

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή θυσίας αρκούδας των Αϊνού, ιομάντε
熊鈴 くますず

ουσιαστικό

  1. 01 κουδούνι για αρκούδες (για την απομάκρυνσή τους)
熊蝉 くまぜみ

ουσιαστικό

  1. 01 κουμαζέμι (είδος τζιτζικιού)
熊送り くまおくり

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή κουμαοκούρι, τελετουργική θανάτωση αρκούδας
熊本学園大学 くまもとがくえんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Κουμαμότο Γκακουέν
熊さん八っつあん くまさんはっつあん

ουσιαστικό

  1. 01 ο μέσος άνθρωπος, ο καθημερινός πολίτης
熊羆 ゆうひ

ουσιαστικό

  1. 01 αρκούδα, ανδρείος άνθρωπος
熊の実 くまのみ

ουσιαστικό

  1. 01 κλόουν (ψάρι της υποοικογένειας Amphiprioninae, ιδιαίτερα το Amphiprion clarkii), ψάρι των ανεμώνων
熊虫 くまむし

ουσιαστικό

  1. 01 αργόποδο, αρκούδα του νερού
熊四手 くましで

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός γαύρος (Carpinus japonica)
熊啄木鳥 くまげら

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρος δρυοκολάπτης (Dryocopus martius)
熊葛 くまつづら

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή βερβένα (Verbena officinalis)
熊蟻 くまあり

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό μυρμήγκι ξυλοφάγος (Camponotus japonicus)
熊柳 くまやなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κουμαγιανάγκι (είδος ανθοφόρου φυτού που συγγενεύει με το ραμνοειδές)
熊手婆 くまでばば

ουσιαστικό

  1. 01 μαία
熊手性 くまでしょう

ουσιαστικό

  1. 01 απληστία, φιλαργυρία
熊樫 くまがし

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη αειθαλής βελανιδιά