63 αποτελέσματα για «燃»

燃え殻 もえがら

ουσιαστικό

  1. 01 αναμμένα κάρβουνα, στάχτη, αποκαΐδια, κατάλοιπα καύσης
燃料不足 ねんりょうぶそく

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειψη καυσίμων
燃え滓 もえかす

ουσιαστικό

  1. 01 στάχτες, αποκαΐδια
燃料費 ねんりょうひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα καυσίμων, κόστος καυσίμων
燃料投下 ねんりょうとうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πυροδότηση έντασης, ρίχνω λάδι στη φωτιά
燃料棒 ねんりょうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ράβδος καυσίμου (ενός πυρηνικού αντιδραστήρα)
燃料庫 ねんりょうこ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη καυσίμων, δεξαμενή καυσίμων, αποθήκη πετρελαίου
燃料電池車 ねんりょうでんちしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκίνητο κυψελών καυσίμου, όχημα κυψελών καυσίμου, FCV
燃料油 ねんりょうゆ

ουσιαστικό

  1. 01 πετρέλαιο καύσης
燃素 ねんそ

ουσιαστικό

  1. 01 φλογιστό
燃料プール ねんりょうプール

ουσιαστικό

  1. 01 δεξαμενή καυσίμου, δεξαμενή αποθήκευσης αναλωμένου πυρηνικού καυσίμου
燃料噴射 ねんりょうふんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ψεκασμός καυσίμου
燃油 ねんゆ

ουσιαστικό

  1. 01 μαζούτ, καύσιμο
燃料デブリ ねんりょうデブリ

ουσιαστικό

  1. 01 συντρίμμια καυσίμου (ειδικότερα πυρηνικού)
燃ゆる水 もゆるみず

άλλο

  1. 01 πετρέλαιο
燃ゆる土 もゆるつち

άλλο

  1. 01 άνθρακας, τύρφη
燃木 もえぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλο που καίγεται
  2. 02 καυσόξυλα
燃料ペレット ねんりょうペレット

ουσιαστικό

  1. 01 σφαιρίδιο καυσίμου (π.χ. πυρηνικού)
燃焼器 ねんしょうき

ουσιαστικό

  1. 01 καυστήρας (π.χ. αερίου), θάλαμος καύσης
燃料ガス ねんりょうガス

ουσιαστικό

  1. 01 καύσιμο αέριο