47 αποτελέσματα για «爪»

爪弾き つまびき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παίζω με τα δάχτυλα (κιθάρα κ.ά.)
爪繰る つまぐる

ρήμα

  1. 01 στριφογυρίζω κάτι ανάμεσα στα δάχτυλα, αναδεύω με τα δάχτυλα
爪ヤスリ つめヤスリ

ουσιαστικό

  1. 01 λίμα νυχιών
爪哇 ジャワ

ουσιαστικό

  1. 01 Ιάβα (ινδονησιακό νησί)
  2. 02 καφές Ιάβας
爪半月 つめはんげつ

ουσιαστικό

  1. 01 μηνοειδές (λευκή περιοχή σε σχήμα μισοφέγγαρου στη βάση του νυχιού), φεγγάρι του νυχιού
爪車 つめぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 καστάνια, οδοντωτός τροχός
爪白癬 つめはくせん

ουσιαστικό

  1. 01 ονυχομυκητίαση, μυκητίαση των ονύχων
爪切りばさみ つめきりばさみ

ουσιαστικό

  1. 01 ψαλίδι νυχιών
爪先上がり つまさきあがり

ουσιαστικό

  1. 01 ανηφορικό μονοπάτι, μονοπάτι ή πλαγιά που γίνεται σταδιακά πιο απότομη
爪蛙 つめがえる

ουσιαστικό

  1. 01 αφρικανικός νυχοβάτραχος (Xenopus laevis)
爪先下がり つまさきさがり

ουσιαστικό

  1. 01 κατηφορικό μονοπάτι
爪白 ツマジロ

ουσιαστικό

  1. 01 καρχαρίας τσουματζίρο (Carcharhinus albimarginatus)
爪で拾って箕で零す つめでひろってみでこぼす

άλλο

  1. 01 οικονομία στην πεντάρα και σπατάλη στο τάλιρο
爪クラッチ つめクラッチ

ουσιαστικό

  1. 01 συμπλέκτης με δόντια
爪冠 つめかんむり

ουσιαστικό

  1. 01 το ριζικό τσουμέκανμουρι (που σημαίνει "νύχι") στην κορυφή ενός χαρακτήρα
爪繞 そうにょう

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό "νύχι" στην αριστερή πλευρά
爪だに つめだに

ουσιαστικό

  1. 01 χειλετίδι (κάθε ακάρεο της οικογένειας Cheyletidae)
爪羽鶏 つめばけい

ουσιαστικό

  1. 01 χοατσίν (Opisthocomus hoazin)
爪糞 つめくそ

ουσιαστικό

  1. 01 βρωμιά που μαζεύεται κάτω από τα νύχια
爪付きナット つめつきナット

ουσιαστικό

  1. 01 παξιμάδι με νύχια, τυφλό παξιμάδι