44 αποτελέσματα για «父»

父祖伝来 ふそでんらい

ουσιαστικό

  1. 01 κληρονομικός, πατρογονικός, παραδομένος από γενιά σε γενιά
父系 ふけい

ουσιαστικό

  1. 01 πατρική γραμμή, συγγένεια από την πλευρά του πατέρα
父なし子 ててなしご

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί αγνώστου πατρός, εξώγαμο τέκνο
  2. 02 παιδί του οποίου ο πατέρας έχει αποβιώσει, ορφανό από πατέρα
父権 ふけん

ουσιαστικό

  1. 01 πατρικά δικαιώματα
  2. 02 πατρικό δικαίωμα ελέγχου ως αρχηγός του νοικοκυριού
父母会 ふぼかい

ουσιαστικό

  1. 01 σύλλογος γονέων
父称 ふしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πατρωνυμικό, πατρώνυμο
父兄会 ふけいかい

ουσιαστικό

  1. 01 σύλλογος γονέων και κηδεμόνων
父側 ちちがわ

ουσιαστικό

  1. 01 πατρική πλευρά (της οικογένειας)
父老 ふろう

ουσιαστικό

  1. 01 γέροντας χωριού, προύχοντας
父権制 ふけんせい

ουσιαστικό

  1. 01 πατριαρχία
父権社会 ふけんしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 πατριαρχική κοινωνία
父馬 ちちうま

ουσιαστικό

  1. 01 επιβήτορας (ίππος)
父子相姦 ふしそうかん

ουσιαστικό

  1. 01 πατρογονική αιμομιξία
父母の許 ふぼのもと

ουσιαστικό

  1. 01 υπό τη στέγη των γονέων κάποιου
父なる神さま ちちなるかみさま

ουσιαστικό

  1. 01 Θεός Πατέρας
父子相伝 ふしそうでん

ουσιαστικό

  1. 01 μετάδοση των μυστικών μιας τέχνης, τεχνικής, επαγγέλματος ή γνώσης από πατέρα σε γιο (φουσισόντεν)
父の命 ちちのみこと

ουσιαστικό

  1. 01 πατέρας
父系制 ふけいせい

ουσιαστικό

  1. 01 πατρογραμμικό σύστημα, πατρογραμμικότητα
父子草 ちちこぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 τσιτσι κογκούσα (είδος φυτού, Gnaphalium japonicum)
父音 ふいん

ουσιαστικό

  1. 01 σύμφωνο