141 αποτελέσματα για «片»

片膝 かたひざ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα γόνατο
片手間 かたてま

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερος χρόνος, διαθέσιμος χρόνος, ελεύθερη ώρα
片道 かたみち N2

ουσιαστικό

  1. 01 απλή διαδρομή
  2. 02 εισιτήριο απλής μετάβασης
片や かたや

άλλο

  1. 01 από τη μία πλευρά, από την άλλη πλευρά
片仮名 カタカナ

ουσιαστικό

  1. 01 κατακάνα, γωνιώδες ιαπωνικό συλλαβάριο που χρησιμοποιείται κυρίως για δάνεια από ξένες γλώσσες
片田舎 かたいなか

ουσιαστικό

  1. 01 απομακρυσμένη επαρχία, απόμερο χωριό
片をつける かたをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 διευθετώ ένα ζήτημα, επιλύω ένα πρόβλημα
片棒を担ぐ かたぼうをかつぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 λαμβάνω μέρος (συνήθως σε κάτι κακό), συμμετέχω, βάζω το χέρι μου
片言 かたこと N1

ουσιαστικό

  1. 01 ακατάληπτη ομιλία, σπασμένη γλώσσα, διστακτική ομιλία, μωρουδίστικη ομιλία, ατελής ομιλία, στοιχειώδης γνώση γλώσσας
片端から かたはしから

επίρρημα

  1. 01 από την αρχή ως το τέλος, συστηματικά, διεξοδικά, το ένα μετά το άλλο
片耳 かたみみ

ουσιαστικό

  1. 01 μονό αυτί
片刃 かたば

ουσιαστικό

  1. 01 μονή κόψη (π.χ. λεπίδα σπαθιού), μονό λοξότμητο άκρο (π.χ. μαχαίρι κουζίνας)
片翼 かたよく

ουσιαστικό

  1. 01 ένα φτερό, μονό φτερό
片腹痛い かたはらいたい

επίθετο

  1. 01 γελοίος, παράλογος
片眼鏡 かためがね

ουσιαστικό

  1. 01 μονόκλ, πρεσβυωπικά γυαλιά
片が付く かたがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 τακτοποιώ (πρόβλημα), βάζω τέλος (σε διαμάχη), διευθετώ, επιλύομαι, τερματίζομαι
片面 かためん

ουσιαστικό

  1. 01 μία πλευρά
片膝を立てる かたひざをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάθομαι στο πάτωμα με το ένα γόνατο λυγισμένο, σηκώνω το ένα γόνατο, κάθομαι με το ένα γόνατο όρθιο
片す かたす

ρήμα

  1. 01 μετακινώ, βάζω κάπου αλλού
  2. 02 τακτοποιώ, βάζω σε τάξη
片端 かたはし

ουσιαστικό

  1. 01 μία άκρη, μία άκρη, μία πλευρά