28 αποτελέσματα για «版»

版権侵害 はんけんしんがい

ουσιαστικό

  1. 01 παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων
版数管理 はんすうかんり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση έκδοσης, διαχείριση αναθεώρησης
版彫 はんほり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χαράζω ξύλινη πλάκα ή σφραγίδα
  2. 02 ξυλογράφος ή χαράκτης σφραγίδων
版画ローラー はんがローラー

ουσιαστικό

  1. 01 ρολό χαρακτικής
版代 はんだい

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος πλάκας εκτύπωσης
版ズレ はんズレ

ουσιαστικό

  1. 01 κακή ευθυγράμμιση, απόκλιση εκτύπωσης
版築 はんちく

ουσιαστικό

  1. 01 πηλόκτιστη κατασκευή (φαντσίγκου)
  1. 01 πλάκα εκτύπωσης
  2. 02 τυπογραφική πλάκα
  3. 03 έκδοση
  4. 04 εκτύπωση
  5. 05 ετικέτα